Βραδιές με ποτό, τσιγάρο και Jim Jarmusch.
Βραδιές απλές. Δωρικές. Απέριττες.
The ancient tradition that the world will be consumed in fire at the end of six thousand years is true, as I have heard from Hell.
For the cherub with his flaming sword is hereby commanded to leave his guard at the tree of life, and when he does, the whole creation will be consumed and appear infinite and holy whereas it now appears finite & corrupt.
This will come to pass by an improvement of sensual enjoyment.
But first the notion that man has a body distinct from his soul is to be expunged; this I shall do, by printing in the infernal method, by corrosives, which in Hell are salutary and medicinal, melting apparent surfaces away, and displaying the infinite which was hid.
If the doors of perception were cleansed every thing would appear to man as it is, infinite.
For man has closed himself up, till he sees all things thro' narow chinks of his cavern.
Θυμήθηκα χτες ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στο χωριό. Ήμουν, δεν ήμουν 8 χρονών. Πάει καιρός από τότε. Από εκείνο το απόγευμα μου 'ρχεται στο μυαλό καθαρά μια ανοιξιάτικη μπόρα. Μια μπόρα τόσο έντονη, που με έστειλε γραμμή στο τηλέφωνο του παππού, να ζητήσω από το μπαμπά να έρθει αμέσως στο χωριό να με πάρει. Δε θα μπορούσα να ξεχάσω τη δύναμη εκείνης της βροχής, σα να την είχε περιορίσει κάποιος για καιρό και ξέσπασε έπειτα με μανία. Χτυπούσε τόσο δυνατά τα κεραμίδια και φοβόμουν μήπως το σπίτι λιώσει όπως σ' εκείνο το παραμύθι που μου έλεγε ο παππούς, για το σπίτι, το φτιαγμένο από ζάχαρη. Τα μπουμπουνητά και οι αστραπές? Άνευ προηγουμένου! Σου γεννιόταν αυτό το συναίσθημα που διακατέχει όλα τα παιδιά, ότι θα χωθείς κάτω από την κουβέρτα και εκεί κανείς δε θα μπορεί να σε πειράξει. Θα είναι το καταφύγιό σου.
Θυμάμαι ακόμη τη γιαγιά, αιωνίως απασχολημένη με κάτι στην κουζίνα, να μου λέει: "- Μην τον παίρνεις τηλέφωνο μαρή, θα σταματήσει η βροχή!"
Και 'γω, φοβισμένη από τα φυσικά φαινόμενα, να σχηματίζω στο παλιό γκρι τηλέφωνο ένα-ένα τα νούμερα. Μέχρι να έρθει ο μπαμπάς από την πόλη, η βροχή σταμάτησε. Ίσως να βγήκε και ο ήλιος, δε θυμάμαι. Ήθελα να μείνω με τον παππού και τη γιαγιά κι άλλο. Δε φοβόμουν πια. Αλλά δε γινόταν.
Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, διαβάζω ξανά το τελευταίο βιβλίο του Χάρι Πότερ. Παιδιάστικο μεν, αλλά πριν κοιμηθείς αξίζει. Στ' αλήθεια αξίζει. Διάβαζα, λοιπόν, στο βιβλίο για την ιστορία των Τριών Αδερφών και τους Κλήρους του Θανάτου. Εν συντομία, ο Θάνατος, σε μια προσπάθεια να παγιδεύσει τα τρία αδέρφια-μάγους, αποφασίζει να κάνει στον καθένα από ένα δώρο. Ο πρώτος του ζητά ένα μαγικό ραβδί που θα κερδίζει κάθε αντίπαλο, ο δεύτερος μια μαγική πέτρα που θα ζωντανεύει τους νεκρούς, ο τρίτος ζητάει κάτι που θα τον βοηθήσει να απομακρυνθεί από το σημείο όπου βρίσκονται χωρίς να μπορεί να τον ακολουθήσει ο Θάνατος. Και ο Θάνατος του δίνει ένα μανδύα που σε κάνει αόρατο. Ενώ, λοιπόν, τα άλλα δύο αδέρφια πέφτουν στην παγίδα του Θανάτου, ο τελευταίος καταφέρνει με τον μανδύα να του τη σκαπουλάρει (κύριος!) και να του παραδοθεί σε βαθιά γεράματα. Αυτός ο αόρατος μανδύας μου θύμισε λίγο την αξία της κουβέρτας για τα παιδιά σε περιπτώσεις βροχής, καταιγίδας και λοιπής σύγχυσης.
Ο Θάνατος, ο Τρίτος Αδερφός και ο Αόρατος Μανδύας (από την τελευταία ταινία του HP)
Πόσο τυχερά τα παιδιά που έζησαν στιγμές με τον παππού και τη γιαγιά! Χαίρομαι που ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Τους έζησα πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι τυχερή που έχω μνήμες από τη φύση, από ένα χωριό που -δυστυχώς- δεν υπάρχει πια, από γέλια και παιχνίδια σε κήπους, από εκδρομές, από χρόνια ξέγνοιαστα, από την κούνια που έφτιαξε ο παππούς στην καρυδιά, από τα δυνατά χέρια της γιαγιάς που πάντα είχαν κάτι να δώσουν. Μνήμες από τον παππού και τη γιαγιά που καταφέρνουν ακόμη να κρύβονται κάτω από τον Αόρατο Μανδύα του τρίτου αδερφού. Αν και τελευταία, η γιαγιά νομίζω πως κουράστηκε να τον κρατάει πάνω της.
Εκείνη η βροχή σταμάτησε.
Αφιερωμένο σε κείνη τη βροχή. Σε εκείνες που έρχονται.
Ο καφές της Clementine κρύωνε...ο Joel ήταν τόσο απασχολημένος με το να ονειρεύεται....Η μουσική γέμιζε το δωμάτιο..."...From despair, between the sheets..." Πόσο ταιριαστό!... Καμιά φορά οι Joel είναι πολύ απορροφημένοι στο δικό τους κόσμο..."...Oh, well how long did we stay in there..." Πόσο?Πόσο?..."Holding, holding on to you again" ...Και μετά σιωπή...
Ξεκινώντας απ' τη Γη και συγκεκριμένα απ' τα Ιμαλάια πάμε πιο μακριά κι ακόμη πιο μακριά ... βλέπουμε πλανήτες, αστερισμούς, κβάζαρς, πούλσαρς, μαύρες τρύπες... Φτάνουμε μέχρι τον... χρονικό απόηχο του Big Bang!
και μετά..., τι???
Το παρακάτω video χαρτογραφεί το γνωστό σύμπαν με βάση τον Ψηφιακό Άτλαντα του Διαστήματος, ο οποίος συνεχώς ανανεώνεται από του αστροφυσικούς του Αμερικανικού μουσείου Φυσικής Ιστορίας. Περισσότερες πληροφορίες για το project υπάρχουν εδώ. Πολλά ευχαριστώ στο Θοδωρή που το ανακάλυψε :)
Όσο κι αν το ήθελα στις φετινές γιορτές ήτανε αδύνατο να συγκεντρωθώ στο -εσκεμμένα αγορασμένο- άρλεκιν Eclipse, τη συνέχεια της περιβόητης σειράς Twilight. Τι τα θες, δεν είμαι γι' αυτά... Πολύς πόνος, ρε παιδί μου. Και να 'λεγα πως υπήρχε λόγος σοβαρός;
Η κοπελίτσα λυσσάει για το emo-βαμπίρι. Και το βαμπίρι υποφέρει. Ανεξήγητα. Ανεξήγητα πολύ. Το 'βλεπα και στην ταινία κι αναρωτιόμουν αν είχε απωθημένα ο σκηνοθέτης. Διότι του παλικαριού (περί Robert Pattinson ο λόγος) του "φύτρωσε" μόνιμη -πια- ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια. Απ' τον πολύ πόνο.
Και από γέλιο; Ούτε κατά διάνοια. Η κοπελιά όχι μόνο δε χαμογέλασε, είχε και μακιγιάζ εκρού του νεκρού. Εκ των υστέρων κατάλαβα. Θα διάβασε το δεύτερο βιβλίο της σειράς, είδε πόση θλίψη την περιμένει κι είπε να γλιτώσει καμιά ρυτίδα συμφοράς κάνοντας εκπτώσεις σε γέλια και χαμογέλα. Εξ' άλλου ποιος ερωτευμένος γελάει; (sarcasm :P )
Είδε η Stephenie Meyer τί πουλάει στα σημερινά 15χρονα κοριτσάκια, το 'κανε βιβλίο, εισέπραξε. Κυρία.
Οπότε, έψαξα στη βιβλιοθήκη της μαμάς για κάποια διαφορετική προσέγγιση του έρωτα. Και για ακόμη μια φορά δε με απογοήτευσε. Ούτε η βιβλιοθήκη. Ούτε η μαμά Διότι "ψάρεψα" το βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου "Rien ne va plus". Κι απ' τις πρώτες σελίδες, ήταν κάτι διαφορετικό.
---
- Μ' αγαπάς; τον ρώτησα. - Όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. - Μα εσύ δεν αγαπάς τίποτα. - Γι' αυτό σ' αγαπώ.
---
Άναψε ένα τσιγάρο, κι άρχισε να διαβάζει. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε γελαστός. -Rien ne va plus, μου είπε. -Άλκη, δεν είναι όρος της ρουλέτας; - Ναι. Φαίνεται μία φράση απειλητική, αλλά δεν είναι. Είναι η πιο κρίσιμη στιγμή του παιχνιδιού, γι΄αυτό δίνει αυτή την κοφτή αίσθηση, μια αίσθηση του τέλους. -Τι θα πει ακριβώς; -Είναι η στιγμή, στο παιχνίδι, που δε μπορείς να επηρεάσεις πια το μέλλον, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Τότε είναι που ακούγεται απ΄τον κρουπιέρη το περίφημο "Rien ne va plus". Ή χάνεις ή κερδίζεις ό,τι έχεις μιζάρει. Συνήθως χάνεις. -Καμιά φορά όμως κερδίζεις, απάντησα. -Όχι. Σπάνια. Η ρουλέτα είναι θανατηφόρα.
Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης. Πάνε χρόνια. Μάταια. Σπασμένα ρολόγια, τιμητές των στιγμών, πέφτουν απ' τις τσέπες μου. Ουρανοί που ντύνονται κόκκινοι απ' τις ανακλάσεις μιας πόλης μετά τη βροχή. Κινούμενοι προβολείς αυτοκινήτων. Ασυνεχής φωτισμός. Λεπτά...
Ώρες μετά, μας βρίσκει η νύχτα της πόλης. Με το "μας" εννοώ το σκύλο μου, τον Αλήτη, κι εμένα. Στρωμένοι στο παγκάκι της στάσης του λεωφορείου. Δεν το περιμένουμε. Ποτέ. Είναι το οικογενειακό μας αστείο. Κόβουμε κίνηση. Χαζεύουμε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται. Ο Αλήτης -αν δε βαριέται- γαυγίζει κάποιο από αυτά. Μυστήριο σκυλί, γαυγίζει τα κόκκινα αυτοκίνητα μοναχά. Με κάνει να σκέφτομαι αν ένας σκύλος μπορεί να έχει ΠΑΟΚική συνείδηση. Μετά με πιάνουν τα γέλια, ο κόσμος κοιτά περίεργα. "Οι σκύλοι δε βλέπουν τα χρώματα, διάολε!" μου έρχεται να τους πω, μα πόσο γρήγορα σε χρίζουν τρελό αυτοί στην πόλη των Τρελών. . .
Μου κρατά καλή παρέα ο Αλήτης. Αν και φορές χάνεται. Δεν τρέχω πίσω του. Μπορεί να ψάχνει τη Λαίδη του, ή έστω τη λαίδη της βραδιάς.
Πόσο αδιάκριτα τα φώτα των αυτοκινήτων. Τέτοιες στιγμές δε θέλω να φωτίζομαι. Η ταχύτητα των αυτοκινήτων παρασέρνει τα σκουπίδια του δρόμου. Μια σακούλα. Τι σου είναι αυτοί οι σκηνοθέτες. Έρχεται στο μυαλό μου η σκηνή απ το American Beauty. Μονο που εδώ δε βλέπω καμιά ομορφιά. Κι εκεί που νόμιζα οτι οι πόλεις είναι γκρίζες, ένα αυτοκόλλητο του ΠΑΟΚ μιλάει για μια ασπρόμαυρη πόλη. Το ασπρόμαυρο είναι κινηματογραφικό. Η πόλη δεν είναι. Κάποιος μας δουλεύει. Έτσι νομίζω.
Τα λεπτά κυλάνε. Κι εμείς? Ακόμη εδώ. Αόρατοι για τους άλλους. Τόσο ορατοί για μας τους ίδιους. Μαζί με τον Αλήτη χαζεύουμε τα παπούτσια μου. Με κοιταει με βλέμμα που μιλάει, δε μπορεί, κάτι θα ψάχνει απόψε.
Μας σκοτώνει αυτή η ρουτίνα, το μεταίχμιο,μετέωρο όπως καθιερώνεται. Παρασυρόμαστε σαν τη σακούλα της ταινίας. [άνω τελεία] είναι ο αέρας της αλλαγής. Γελάω με τις σκέψεις μου. Τα λόγια των πολιτικάντηδων έχουν εμποτιστεί μέσα μου, λοιπόν?
Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης. Ματαίως απ' ότι φαίνεται. Τώρα οργανώνουμε το χρόνο μας σε ατζέντες. Δεν υπάρχει πια καιρός για εκπλήξεις, βόλτες στη βροχή και τα συναφή. μεγαλώνουμε. κι ας το γράφω με μικρά γράμματα. Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης. Αντί για σένα βρίσκω τη λέξη ρουτίνα, τη λέξη λούκι. Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης μα ξημερώνει και σβήνουν σιγα σιγα και τις μέρες κρύβεσαι δεν κυκλοφορείς με το φως πια, Παιδί της νύχτας. Εμπεδωμένη η απουσία σου, σα ζευγάρι μάτια που συνηθίζει στο σκοτάδι. Σας ψάχνω όλους στα φώτα της πόλης μα κανείς δεν είναι εκεί. πια.
Ρολόγια κατρακυλαν απ' τις τσέπες μου. Σπάνε πιο αποτελεσματικά στο οδόστρωμα. Δεν υπάρχει καλή στιγμή να της θυσιάσω ένα ρολόι. Όλα τα λεπτα υιοθετούν τη μελαγχολία του Σεπτέμβρη. "Τέλος εποχής, αγόρι μου" Ο Αλήτης ξεκινά πρώτος και χαρούμενος. Εντόπισε φαγητό, δεν εξηγειται αλλιως.
Βάζω την ουρά στα σκέλια και δρόμο. ήτανε μακριά η νύχτα.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι της Μαρίας Χούκλη. Το άκουσα σα μονόλογο της Τάνιας Τσανακλίδου. Η εικόνα είναι στιγμιότυπο απ' τη βουλγάρικη ταινία Klopka (2007) τουSrdan Golubovic ("Παγίδα") που είδα πρόπερσυ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Βράδυ Σαββάτου. Τους συναντάς στο φανάρι όσο να ανάψει το κόκκινο. Είναι η εικόνα της σιωπής με όλα της τα λούσα, τη βροντώδη παρουσία της, το σκληρό περίγραμμά της. Αυτό το πυκνό κενό που αστράφτει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.
Ας μιλήσουμε για τα λυπημένα ζευγάρια που δεν λένε τίποτα πια μεταξύ τους. Σαν να τα έχουν πει όλα. Που περιβάλλονται από μια τάφρο σιωπής. Τα τείχη που τους προστάτευαν κατέρρευσαν χωρίς να το πάρουν είδηση. Ποιοι ήταν άραγε οι βάρβαροι που τα κονιορτοποίησαν? Και τώρα κοιτούν με μισόκλειστα μάτια τους άλλους, ήσυχα, ξέπνοα, απόντες από το παρόν τους για λίγο, όσο να ανάψει το φανάρι.
Δεν μπορεί, θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια. Εκείνος στο τιμόνι, τραβηγμένος στην άκρη, κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Όχι το δρόμο αλλά τη ζωή του. Κι Εκείνη σφιγμένη στην άλλη άκρη γράφει και σβήνει τη δική της ζωή στο τζάμι, που αντανακλά τη φρόνιμη φιγούρα της. Χαζεύουν τους περαστικούς αλλά δεν τους βλέπουν. Κοιτάζουν ώρα τώρα - ή μήπως από χρόνια? - μέσα τους. Ούτε ένα βλέμμα δεν χαρίζουν ο ένας στον άλλον, σαν να μην τους περισσεύει, σαν να τα ξόδεψαν όλα. Κοιτάγματα, λόγια, αγγίγματα. Σαν να βολεύονται με τη σιωπή. Μέσα, υπάρχει το όχι. Έξω, κοχλάζει το ναι. Μονομάχοι της συμβίωσης.
Τα όπλα τους τα έχουν διαλέξει από καιρό και τα ακονίζουν ο καθένας μόνος του. Βουβά παράπονα, ακυρωμένα θέλω, ξεθυμασμένες επιθυμίες, κάτι ρετάλια όνειρα, ανώδυνα μυστικά, μικρές προδοσίες, αναιμικές υποσχέσεις πως όλα αύριο θα είναι αλλιώς. Δείχνουν τόσο λυπημένοι και θυμωμένοι αλλά…δεν ξέρω γιατί. Άλλαξε η μεταξύ τους γεωγραφία. Μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η σχέση τους μοιάζει με ήπειρο που κουράστηκαν ή βαριούνται πια να εξερευνήσουν. Δεν μπορεί, θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια. Το ραδιόφωνο όσο να ανάψει το φανάρι παίζει τα δικά του αλλά εκείνοι ακούνε το κονσέρτο για έναν άνθρωπο, μια λύπη, ένα παράπονο. Σιγοψιθυρίζουν την ωδή που έχει γραφτεί για την πλήξη και την μοναξιά. Τόσο λυπημένα δείχνουν τα ζευγάρια έτσι όπως περιμένουν να ανάψει το φεγγάρι και να ξαναμπεί σε κίνηση η ζωή τους. Περιμένουν πώς και πώς να δραπετεύσουν από τη μέσα τους ξενιτιά. Τους βλέπω να ξεκινούν. Αλλά είναι ακόμα λυπημένα τα ζευγάρια.
Σε μια εποχή που το σινεμά -εγχώριο και μη- διανύει μια ιδιαίτερα καλή περιόδο, υπάρχουν μερικές πόλεις που έχουν βάλει την όπισθεν. Ενώ, λοιπόν, σε πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη τα σινεμά (με πολλές αίθουσες, μην ξεχνιόμαστε) φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια μετά από έντονη βροχόπτωση, υπάρχουν πόλεις που κλείνουν τα σινεμά. Ή ακόμη χειρότερα? Τα μετατρέπουν σε κάτι άλλο, πολύ χειρότερο . . .
Έτσι, λοιπόν, και εδώ στην Πτολεμαΐδα (στην οποία ευτυχώς βρίσκομαι για λίγες μόνο μέρες) τα σινεμά έγιναν στην αρχή είδος προς εξαφάνιση και πλέον σήμερα έχουν εκλείψει πά- ντέ - λώς.-
Όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι αμυδρά τους γονείς μου να μιλάν όχι για ένα, όχι για τρία, αλλά για πέντε (το γράφω ολογράφως για να κάνει περισσότερη εντύπωση!!) σινεμά. Το "Αχίλλειον", το "Ολύμπιον", το "Rex", το "Ζώρζ" και -για ένα μικρό διάστημα- το σινεμά Κατερίνα. Καθώς επίσης και το θερινό "Σείριος". Όταν άρχισα να πηγαίνω σινεμά μαζί με φίλες και φίλους, από όλα αυτά ήταν ανοιχτό μοναχά το "Αχίλλειον" και ο "Σείριος".
Και τώρα? Δεν υπάρχει τίποτε απ' όλα αυτά ...Το πιο τραγικό είναι πως κάποια από αυτά έκλεισαν για να καταλήξουν να είναι σούπερ μάρκετ, club και φαστ φούντ (με την παλιά μηχανή προβολής να παραμένει ως ντεκόρ στον εξώστη).
Έχω φτάσει σε σημείο να αναρωτιέμαι για το πνευματικό επίπεδο του κόσμου εδώ, ειλικρινά. Εμάς τους Πτολεμαϊδιώτες μας ενδιαφέρει μονάχα να ψωνίζουμε και να τρώμε? Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί το ότι κάθε επώνυμη μάρκα ρούχων και παπουτσιών που σέβεται τον εαυτό της έχει επίσημο παράρτημα εδώ? Οι άνθρωποι κάνουν business, κάνουν έρευνα αγοράς. Δεν έρχονται τυχαία σε μια πόλη δίπλα στα εργοστάσια να ανοίξουν υποκατάστημα. Η αγορά κινείται. Υπερβολικά θα έλεγα. Σκεφτείτε οποιαδήποτε αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Ελληνική ή ξένη. Έχει υποκατάστημα εδώ,το δίχως άλλο.
Αν θελήσει κανείς να πάει σινεμά πλέον πρέπει να ξενιτευτεί μέχρι την Κοζάνη. Γιατί εκεί επιβίωσαν.
Και τι θα γίνει με μας τους λάτρες της "μεγάλης οθόνης"? Με μας που αγαπάμε ολόκληρη τη διαδικασία του να πηγαίνει κανείς σινεμά? Που αγαπάμε το να περιμένεις στην ουρά για να κόψεις εισητήριο, να χαζεύεις τις φωτογραφίες απ' την ταινία που θα δεις, να βλέπεις τα "Προσεχώς", να πηγαίνεις με φίλους που λένε αστεία μέσα στο σινεμά, έξω απ' το σινεμά, να συζητάς για την ταινία πριν και μετά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αν δε σου αρέσει, να κλαις στα κρυφά μη σε καταλάβουν οι φίλοι και αρχίσουν το δούλεμα, να γελάς, να ξεκαρδίζεσαι, να μαθαίνεις να αγαπάς σκηνοθέτες και ηθοποιούς...
Στις μεγάλες πόλεις, το σινεμά μπορεί να υπάρχει, αλλά έχει χάσει αυτή την ιδιαίτερη αξία του... Έχει γίνει προϊόν μαζικής κατανάλωσης με απαραίτητη τη συνοδεία του ποπ κόρν (και την αναπόφευκτη μυρωδιά του, βεβαίως βεβαίως). Είναι ο νέος τρόπος διάσκεδασης της γενιάς των "Γλυκών Δεκαέξι" που πρέπει να γυρίσει σπίτι πριν από τις 12 (γιατί διαφορετικά λύνονται τα μάγια των γονιών και πίπτει ράβδος...). Και όχι μόνο. Τα Παρασκευοσαββατοκύριακα στις μεγάλες αίθουσες είναι τουλάχιστον κουραστικά.
Ακόμη όμως και στη Θεσσαλονίκη, τα συνοικιακά σινεμά, όπως ο Έσπερος έχουν αρχίσει να κλείνουν...(Ο Έσπερος, μάλιστα έγινε γκαράζ!) Τελικά, εκλείπει πια το μικρό -και αν θέλετε ρομαντικό- σινεμαδάκι της γειτονιάς και αντικαθιστάται σταθερά πια απ' τα τέρατα με τα Dolby Surround, με 11 αίθουσες, με αίθουσα V Max και VIP. Κι όμως, μαζί με αυτές τις μικρές αίθουσες χάνεται και μια γλύκα... Μια γλύκα που ευτυχώς σώζεται ακόμη στις μικρές αίθουσες για λίγους στο Ολύμπιον, της Πλατείας Αριστοτέλους, στο θερινό σινεμά της Αίγλης στο Γενί Χαμάμ, ανάμεσα στα γιασεμιά και τις όμορφες και απλές λευκές καρέκλες του σκηνοθέτη....
Διάολε, τελικά επί του θέματος είμαι αθεράπευτα ρομαντική!!
Μια ανάρτηση που τη χρωστάω στον Τάσο, που με τις φωτογραφίες που τράβηξε στα Κανάρια Νησιά και στην Ισπανία με ταξίδεψε -έστω και δανεικά! Όχι μόνο με τις φωτογραφίες αλλά και με τη μουσική που έφερε απο εκεί!!
Με την ελπίδα -το συντομότερο δυνατό- να πιούμε ένα μπουκάλι ρούμι σε μια ακτή που να βλέπει Ατλαντικό Ωκεανό... Γιο-χο-χο!!!
Κανάρια:
Ισπανία:
Όσο για την παρακάτω φωτογραφία, την άφησα τελευταία γιατί -χρωματικά και μετά συνειρμικά- μου θύμισε τη σαν-όνειρο-σκηνή απ' το Βαλς με τον Μπασίρ...
Πέρασαν μερικά χρόνια από τότε που είδα για πρώτη φορά την ταινία "Requiem for a dream" του Darren Aronofsky. Με δυο λέξεις: με συγκλόνισε. Όχι μόνο ως ταινία. Συγκλονίστηκα και μουσικά.
Μέχρι τότε δεν έδινα ιδιαίτερη βαρύτητα στα soundtrack των ταινιών. Συγκρατούσα μερικά μουσικά θέματα. Μέχρι που γνώρισα τον Aronofsky. Τότε μου δόθηκε η εντύπωση πως κάθε ταινία είναι στενά συνδεδεμένη με τη μουσική. Υπάρχει μια αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Είναι σα να γράφτηκαν ταυτόχρονα. Το σενάριο και οι παρτιτούρες. Σαν να γεννήθηκε μαζί η ιδέα της ταινίας και η μελωδία.
you are my dream
Αυτό το διαπίστωσα πιο έντονα όταν είδα πριν ένα χρόνο ακριβώς το "The Fountain". Εκείνη τη μουσική τη λάτρεψα ακόμη περισσότερο -αν και πονάει να την ακούς- . Ο Aronofsky δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο ποιητικός., παρουσιάζοντας τον έρωτα και το θάνατο.
together we will live for ever
Τέλος -και πιο πρόσφατα-, ο περίφημος Παλαιστής (The Wrestler) και η επιστροφή του Μίκι Ρούρκ. Το ύφος, βέβαια, διαφορετικό απ' τις προηγούμενες δυο ταινίες, όμως ο Aronofsky δεν παύει να είναι ένας μάγος πίσω απ' τις κάμερες... Οι ηθοποιοί χορεύουν εξαιρετικά στους ρυθμούς του...
Η πρώτη ταινία του François Truffaut που είδα ήταν τα 400 χτυπήματα (Les quatres cents coups(1959)) και κρίνοντας απ' την τόσο θετική εντύπωση που μου έκανε, πάντα σκεφτόμουν πως θα ήθελα να δω άλλη μια ταινία αυτού του μεγάλου Γάλλου σκηνοθέτη - σεναριογράφου. Είναι μεγάλη η αγάπη μου για το γαλλικό ρεαλισμό και βλέποντας αυτή την ταινία και τον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετήθηκε ο μικρός Antoine(Jean-Pierre Léaud) ενθουσιάστηκα. Ακόμη δε μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του στην εξαιρετική τελευταία σκηνή στη θάλασσα...
Εντελώς τυχαία, λοιπόν, βρέθηκε στα χέρια μου η ταινία Fahrenheit 451 και αποφάσισα χτες να διαπιστώσω αν οι σκηνοθετικές και σεναριακές ικανότητες του Truffaut ήταν το ίδιο συναρπαστικές 7 χρόνια μετά τα 400 χτυπήματα.
Με περίμενε, σαφέστατα μια έκπληξη! Μη γνωρίζοντας την υπόθεση, δεν ήξερα πως θα μεταφερθώ σε ένα υποθετικό μέλλον όπου έργο των -ατυχώς μεταφρασμένων στα ελληνικά- πυροσβεστών είναι όχι η κατάσβεση, αλλά η παράδοση στις φλόγες. Των βιβλίων. Πάσης φύσεως βιβλίων. (Στα αγγλικά χρησιμοποιήθηκε ο όρος fireman, σαφέστατα πιο δόκιμος απ' τον δικό μας). Γιατί? Γιατί, συμφωνα με την ... τετράγωνη λογική των μελλοντικών αρχών μέσω των βιβλίων οι άνθρωποι γίνονται όλο και περισσότερο δυστυχισμένοι, φορτίζονται με συναισθήματα για μη υπαρκτούς ήρωες. Οι firemen, λοιπόν, εκτελούν το εξής "έργο": εντοπίζουν τα σπίτια που έχουν κρυμμένα βιβλια, για τα οποία έχει προηγηθεί χαφιέδικη καταγγελία απ' τους γείτονες, ορμάνε μέσα, βρίσκουν τα βιβλία, τα βάζουν σε πυροστιά και μετά έρχεται η ώρα του φλογοβόλου. Τι γίνεται, όμως, όταν ένας fireman μπαίνει στον πειρασμό να διαβάσει ένα από τα βιβλία που προορίζονταν για κάψιμο?
Υποθέτω πως ο κύριος Ray Bradbury, ο συγγραφέας του βιβλίου (γιατί σε βιβλίο βασίζεται η ταινία) ήταν πολλά χρόνια μπροστά το 1953, τότε που εκδιδόταν το βιβλίο. Το περίεργο είναι πως η κοινωνία που παρουσίασε δεν απέχει και τόσο πολύ απ' τη δική μας, καθώς παρουσιάζει τα άτομα που ουδεμία επαφή εχουν με τα βιβλία να βρίσκονται καθηλωμένα μπροστά σε μια τεράστια τηλεόραση, ιδιαίτερα επηρρεπείς στην αποχαύνωση που προκαλεί η υπερβολική της χρήση. Απ' τη μία μεριά βρίσκονται τα μυαλά που "καίγονται" κατά μία έννοια και απ΄την άλλη βρίσκονται τα βιβλία που καίγονται. Επαληθεύεται η γνωστή φράση του Τόμας Μαν "Εκεί που καίνε βιβλία, μία μέρα θα καίνε ανθρώπους". Οι άνθρωποι αυτής της κοινωνίας είναι όντως προσωπικότητες που έχουν αφεθεί στις φλόγες της απραξίας, που χρησιμοποιούν διεγερτικά χάπια για να νιώσουν ακόμη και το παραμικρό γιατί στην πραγματικότητα έχουν ξεχάσει να αισθάνονται...
Δύσκολο κάποιος βιβλιοφάγος να μείνει ασυγκίνητος στο -έστω και κινηματογραφικό- κάψιμο τόσων πολλών αγαπημένων βιβλίων... Στις σκηνές, μάλιστα, κατά τις οποίες ο φακός επικεντρώνεται σε αυτό, η λήψη γίνεται με εξαιρετικό τρόπο, τόσο που ξεχνάς ότι είναι βιβλία αυτά που καίγονται και φτάνεις σε σημείο να θαυμάσεις τα αποτελέσματα της καύσης στο χαρτί, ενώ παράλληλα ακούγονται τα λόγια του Πύραρχου που ηδονίζεται βλέποντας τα να γίνονται στάχτη.
Η μουσική της ταινίας αρκετά ταιριαστή, μεταδίδει την αναγκαία νευρικότητα. Πολύ καλός ο πρωταγωνιστής Oskar Werner. Επίσης, οι τίτλοι έναρξης με τις στοιχειοκεραίες θα εκτιμηθούν ιδιαίτερα από τηλεπικοινωνιακούς μηχανικούς!!! Αν αξίζει τόσο πολύ η ταινία, θα ήθελα πραγματικά να δω το πόσο αξίζει το βιβλίο!
Έτυχε σήμερα να ξανακούσω αυτό το υπέροχο τραγούδι του Barry Louis Polisar και να θυμηθώ για ακόμη μια φορά τη Juno(2007), μια απ' τις πιο φρέσκιες και πρωτότυπες ταινίες που είδα τα τελευταία χρόνια και η οποία συνοδεύεται από απίστευτα ωραία μουσική...... Ευτυχώς, που και που, εμφανίζονται τέτοιες ταινίες που μας δίνουν μια διαφορετική οπτική και ξεφεύγουν από τα ανόητα χολιγουντιανά κλισέ. Μου αρέσει που πολλές φορές αυτό γίνεται από πρόσωπα άγνωστα, όπως η Ellen Page και όχι τους ίδιους ηθοποιούς που ανακυκλώνονται. Καταπληκτική η Page ως Juno, που αντιμετωπίζει την εγκυμοσύνη της με έναν απίστευτα σουρεαλιστικό τρόπο, βγάζοντας στην επιφάνεια μια συμπεριφορά που αιτιολογείται απ' τη φάση της εφηβείας που διανύει η μικρή, αλλά και από τον αλλόκοτο, αυθεντικό, ... κάφρικο χαρακτήρα της! Θα την ξαναδώ οπωσδήποτε!
Όσο για το συγκεκριμένο τραγούδι, τι καλύτερο από τόσο γλυκούς στίχους που συνοδεύονται από μιά κεφάτη φυσαρμόνικα και όλα αυτά, να συμβαίνουν σε μια υπέροχη ηλιόλουστη μέρα εδώ στη Θεσσαλονίκη!!Αν και τα χιόνια που είδα σήμερα στο Χορτιάτη υπενθυμίζουν ότι ακόμη βρισκόμαστε στο Μάρτη...Όχι για πολύ!!
Μετά από μία συζήτηση και μια σύμπτωση, είδα σήμερα την ταινία Stranger than fiction, που ήταν για καιρό, απ' ότι φαίνεται, κλεισμένη στο συρτάρι μου -άγνωστο το πώς. Υπήρχε, λοιπόν, στην ταινία ένα ρολόι που "κρατούσε" έναν σημαντικό ρόλο κι αυτό που δημιούργησε συνειρμικές σκέψεις. Μία δανεική, του κυρίου Χούλιο Κορτάσαρ, και μία εντελώς δική μου...
Το παρακάτω είναι ένα κομμάτι που ακούγεται στην ταινία:
O κύριος Κορτάσαρ, λοιπόν, έγραψε στο βιβλίο του «Ιστορίες των Κρονόπιο και των Φάμα», το παρακάτω πολύ ενδιαφέρον κείμενο:
"Προοίμιο στις οδηγίες για το κούρδισμα του ρολογιού.
Σκέψου αυτό: όταν σου κάνουν δώρο ένα ρολόι, σου κάνουν δώρο μία ανθισμένη κόλαση, μια αλυσίδα από τριαντάφυλλα, ένα μπουντρούμι γεμάτο αέρα. Δεν σού δίνουν μόνο ένα ρολόι, «να ζήσεις ευτυχισμένος και ελπίζουμε να βγει καλό γιατί είναι καλή μάρκα, ελβετικό, με άξονα από ρουμπίνια», δεν σου κάνουν δώρο μόνο αυτό το μικροσκοπικό λιθοξόο που θα δέσεις στο καρπό σου και θα περιφέρεις μαζί σου. Σου κάνουν δώρο – δεν το ξέρουν, το τρομερό είναι ότι δεν το ξέρουν – σου κάνουν δώρο ένα καινούργιο, εύθραυστο και αβέβαιο κομμάτι του ίδιου σου του εαυτού, κάτι που πρέπει να βάλεις στο σώμα σου με το λουράκι του σαν έναν απελπισμένο μικρό βραχίονα που κρέμεται από το καρπό σου. Σου κάνουν δώρο την ανάγκη να το κουρδίζεις όλες τις μέρες, την υποχρέωση να το κουρδίζεις για να συνεχίσει να είναι ρολόι, σου κάνουν δώρο την έμμονη ιδέα να παρακολουθείς την ακριβή ώρα στις βιτρίνες των κοσμηματοπωλείων, στην ανακοίνωση από το ραδιόφωνο, στην τηλεφωνική υπηρεσία. Σου κάνουν δώρο το φόβο μήπως το χάσεις, μήπως στο κλέψουν, μήπως σου πέσει στο πάτωμα και σπάσει. Σου κάνουν δώρο τη μάρκα του και τη βεβαιότητα ότι είναι μια μάρκα καλλίτερη από τις άλλες, σου κάνουν δώρο την τάση να συγκρίνεις το ρολόι σου με τα άλλα ρολόγια. Δεν σου κάνουν δώρο ένα ρολόι, εσύ είσαι το δώρο, εσένα κάνουν δώρο στα γενέθλια του ρολογιού."
Είμαστε, επομένως, δώρα γενεθλίων των ρολογιών; Τι ακριβώς σημαίνει ένα ρολόι για μας; Είναι ένα αθώο δώρο; Συμβολίζει το χρόνο; Ή μήπως το χρόνο που περνάει;
Τον πρώτο καιρό που πέρασα στο πανεπιστήμιο - τραγική ειρωνία, πείτε το όπως θέλετε- το σπίτι είχε γεμίσει με ρολόγια-δώρα. Κι εγώ, από αντίδραση, τα άφηνα όλα σταματημένα -σκόπιμα- με αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε να μπερδεύεται σε μια πιθανή προσπάθεια να καταλάβει απ' αυτά την πραγματική ώρα. Ίσως θα μπορούσε να αποτελέσει ένα νέο είδος μοντέρνου έργου τέχνης, σαν κι αυτά τα "δυναμικά έργα" που είναι τόσο της μόδας στις μέρες μας. Θα μπορούσα να ονομάσω το έργο "Άχρηστα Ρολόγια" ή αν το συνδύαζα με κλειστά παντζούρια, "Αίθουσα Καζίνο".
Πριν τέσσερα περίπου χρόνια, έτυχε να βρεθώ σ' ένα φοιτητικό σπίτι, με μία παρέα (οι αόριστες αντωνυμίες έχουν ουσιαστικό λόγο που χρησιμοποιούνται μιας και δε θυμάμαι τις απαντήσεις στις βασικές ερωτήσεις -ποιος; που; γιατί; ) και όλα αυτά δοσμένα σ' ένα περιβάλλον έντονης ευθυμίας, άφθονης κρασοποσίας και μιας αόριστης φιλοσοφικής κουβέντας. Θυμάμαι πως η βραδιά κυλούσε ομαλά -όσο ομαλά μπορούν να κυλήσουν τέτοιου είδους βραδιές- ώσπου ξαφνικά το είδα! Ήταν ένα μεταλλικό ασημί ρολόι Swatch, αντρικό, αυτά που κουμπώνουν όχι με λουρί, αλλά σαν βραχιόλι. Το εντυπωσιακό, όμως, ήταν το τι υπήρχε μέσα στο καντράν του ρολογιού. Ή καλύτερα το τι δεν υπήρχε. Έμοιαζε λες και κάποιος είχε χρησιμοποιήσει κατσαβίδι, είχε σπάσει το τζαμάκι και το είχε "ξεκοιλιάσει", όχι με ιδιαίτερη προσοχή, γιατί είχε αφήσει μέσα του μόνο ένα γρανάζι μαζί με μερικά ακόμη μικροσκοπικά μεταλλικά εξαρτήματα και τη μικρή βιδούλα που χρησιμοποιούμε για να ρυθμίσουμε την ώρα. Όταν δοκίμασα να τη στρίψω, το μοναδικό γρανάζι μέσα στο καντράν γυρνούσε! Ποτέ μου δεν κατάλαβα για ποιο λόγο με είχε γοητεύσει τόσο αυτή η εικόνα του ρολογιού με το μοναδικό γρανάζι που γυρνούσε... Εφαρμοσμένος σουρεαλισμός; Το άχρηστο -για τον ιδιοκτήτη του- ρολόι, έγινε χρήσιμο για μένα, τελικά. Τι σου κάνει ένα επίθετο...! Δεν ξέρω αν ήμουν το δώρο γενεθλίων εκείνου του ρολογιού - αν μπορούμε να το αποκαλούμε ρολόι. Επίσης, ποτέ μου δεν κατάλαβα για ποιο λόγο, κάθε φορά που το κοιτάω μέχρι και σήμερα, σκέφτομαι μία φράση: "Ο Χρόνος είναι νεκρός"...
Αν το σινεμά είναι για μένα μία απ' τις μεγαλύτερες αγάπες της ζωής μου, τότε το καλό σινεμά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας έρωτας διαρκείας! Βλέποντας τόσα χρόνια, τόσες διαφορετικές ταινίες νιώθω σα να μου έχει δοθεί η δυνατότητα να ζήσω πολλές διαφορετικές ζωές... Να ταυτιστώ μ' έναν ήρωα ή μια ηρωίδα και να ζήσω πολλά διαφορετικά πράγματα μέσα απ' αυτούς...Να ταξιδέψω σε άλλους πολιτισμούς, άλλες κουλτούρες με καπετάνιο τον εκάστοτε σκηνοθέτη!
Κάθε ταινία είναι σαν ένα βιβλίο που σου παρουσιάζεται μόνο του, κι εσύ μαθαίνεις απ' αυτό, υπογραμμίζεις τις φράσεις που σου αρέσουν, συγκρατείς στο μυαλό σου εικόνες που σε εντυπωσιάζουν, γοητεύεσαι από μελωδίες, στίχους, ήχους...
Αυτή τη βδομάδα, λοιπόν, αποφάσισα να δω 2-3 ταινίες απ' την πλούσια φιλμογραφία του Woody Allen. Σήμερα, είδα την ταινία "Hannah and her sisters" (για την ακρίβεια τη βλέπω ακόμη γιατί έχω πατήσει ήδη pause) και γοητεύτηκα απ' τους υπέροχους στίχους ενός ποιήματος του E.E.Cummings που ακούγεται μέσα στην ταινία. Δεν είναι υπέροχοι?
nobody, not even the rain, has such small hands
somewhere i have never traveled, gladly beyond any experience, your eyes have their silence: in your most frail gesture are things which enclose me, or which i cannot touch because they are too near
your slightest look easily will unclose me though i have closed myself as fingers, you open always petal by petal myself as Spring opens (touching skilfully, mysteriously) her first rose
or if your wish be to close me, i and my life will shut very beautifully, suddenly, as when the heart of this flower imagines the snow carefully everywhere descending;
nothing which we are to perceive in this world equals the power of your intense fragility: whose texture compels me with the colour of its countries, rendering death and forever with each breathing
(i do not know what it is about you that closes and opens;only something in me understands the voice of your eyes is deeper than all roses) nobody, not even the rain, has such small hands
Στην προηγούμενη ανάρτηση κάναμε πολύ λόγο για την Άνοιξη, και να που θυμήθηκα για ακόμη μια φορά μία απ' τις αγαπημένες μου ιστορίες της ταινίας Paris, je t' aime..., την ιστορία με το Κορίτσι και τον Τυφλό. Κάτω απ' το βίντεο, βάζω και το σενάριο, γιατί δε μπόρεσα να βρω τους υπότιτλους που ήθελα...
"(Dring-Francine on the phone) Thomas Listen. Listen. There are times when life calls out for a change. A transition. Like the seasons. Our spring was wonderful, but summer is over now and we missed out on autumn. And now all of a sudden, it's cold, so cold that everything is freezing over. Our love fell asleep, and the snow took it by surprise. But if you fall asleep in the snow, you don't feel death coming. Take care.
Francine, je me souviens exactement, c’était le 15 mai. Le printemps tardait, la pluie menaçait, et tu criais... - Please Bruno, please ! I can’t take it anymore ! - Hello ? I hear you. - (...) You’re an actress ? - Trying to be ! I have an audition today. - At the Conservatoire ? - Yeah.- (...) Shit... It’s ten ! - And so ? - I have to be there at ten ! - I know a short cut, come on ! - Wait, wait ! - It’s this way. - Are you sure ? - Quite. - That was fast. Thanks ! - Bonne chance.
Et tu as été admise, bien sûr. Tu as quitté Boston pour emménager à Paris. Un petit appartement dans la rue du Faubourg Saint-Denis. Je t’ai montré notre quartier, les bars, mon école. Je t’ai présentée à mes amis, à mes parents. J’ai écouté les textes que tu répétais, tes chants, tes espoirs, tes désirs, ta musique. Tu écoutais la mienne. Mon italien, mon allemand, mes bribes de russe. Je t’ai donné un walkman, tu m’as offert un oreiller. Et un jour, tu m’as embrassé. Le temps passait, le temps filait, et tout paraissait si facile, si simple, libre, si nouveau et si unique. On allait au cinéma, on allait danser, faire des courses. On riait, tu pleurais, on nageait, on fumait, on se rasait. De temps à autres, tu criais, sans aucune raison, ou avec raison parfois, oui, avec raison parfois.
Je t’accompagnais au Conservatoire, je révisais mes examens, j’écoutais tes exercices de chant, tes espoirs, tes désirs, ta musique, tu écoutais la mienne. Nous étions proches, si proches, toujours plus proches. Nous allions au cinéma, nous allions nager, rions ensembles, tu criais, avec une raison parfois, et parfois sans. Le temps passait, le temps filait.Je t’accompagnais au Conservatoire, je révisais mes examens, tu m’écoutais parler italien, allemand, russe, français. Je révisais mes examens. Tu criais, parfois avec raison. Le temps passait, sans raison. Tu criais, sans raison. Je révisais mes examens, mes examens, mes examens, mes examens. Le temps passait, tu criais... tu criais... tu criais.J’allais au cinéma.
- Pardonne-moi, Francine. (Dring-Francine on the phone) - Oui ?- (...) - Thomas, are you still mad about yesterday ? - No...- Okay, just tell me, was it believable ? - ... - Oh, I see... Shit, it doesn’t work great at all. I'm supposed to say "our spring was wonderful, but summer is over...". But that sounds completely melo-dramatic. Whatever, the director loves that and I have to find a way. - ... - Thomas ? Are you listening to me ? - No, I see you."
Πήγα προχτές και είδα την καινούρια ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου, μια και στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης στάθηκε αδύνατο να βρω θέση στην Τελετή Λήξης...
[Συνοπτικά η υπόθεση (ΣΙΝΕΜΑ Φεβρουαρίου): Ελληνοαμερικανός σκηνοθέτης γυρίζει σε ταινία την πολύπαθη διαδρομή που πραγματοποίησαν οι γονείς του σε τρεις διαφορετικές ηπείρους, με φόντο το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα. Ταυτόχρονα αναζητά στο Βερολίνο τα ίχνη της χαμένης έφηβης κόρης του.]
Σίγουρα δεν ήταν η καλύτερη ταινία του που έχω δει.
Σε κάποια σημεία μου φάνηκε πως κούραζε, όχι με τη χρονική της διάρκεια (καθώς ήταν περιορισμένη αυτή τη φορά), αλλά με τα διαρκή ταξίδια της στο χρόνο με τόσο αφαιρετικό τρόπο που περίμενα να δω το βαθμό γκριζαρίσματος των κροτάφων για να καταλάβω σε ποιο παρελθόν ή παρόν βρισκόμαστε. Ίσως και η προσέγγιση του χαρακτήρα της κόρης του σκηνοθέτη μου φάνηκε μη ρεαλιστικός. Περίεργο ένα κοριτσάκι 12 χρονών να έχει παιδεία που αποτυπώνεται σ' έναν τοίχο δωματίου γεμάτο από αφίσες του Μόρρισον, του Τσε, του Μάρλεϋ... και συναναστροφές με άτομα του περιθωρίου.
Παρόλα αυτά, δε θα μπορούσα να μη σταθώ στην εξαιρετική φωτογραφία του Ανδρέα Σινάνου, σ' αυτά τα τοπία που ο Αγγελόπουλος φίλμαρε με τον ιδιαίτερο τρόπο του, στην εξαιρετική ερμηνεία του Μπρούνο Γκάνζ και στην υπέροχη -για άλλη μια φορά- μουσική που υπέγραψε η Ελένη Καραΐνδρου.
Το όμορφο με τις ταινίες του Αγγελόπουλου είναι πως σε εισάγουν σε μια ιδιαίτερη αισθητική. Κι όταν φεύγεις απ' την αίθουσα, ακόμη κι αν σε απογοήτευσε το τελικό αποτέλεσμα, σου έχουν μείνει βαθιά χαραγμένες σκηνές συνδεδεμένες με μουσική, φως, αναμνήσεις...
Για ακόμη μια φορά, η Ελένη του, αποτέλεσε θέμα συζήτησης για τις επόμενες μέρες μαζί με όλες τις σκηνές που δεν καταλάβαμε με prima vista, οπότε οφείλουμε να επικαλεστούμε τη μητέρα επανάληψη κάποια στιγμή...
Alfredo: Living here day by day, you think it's the center of the world. You believe nothing will ever change. Then you leave: a year, two years. When you come back, everything's changed. The thread's broken. What you came to find isn't there. What was yours is gone. You have to go away for a long time... many years... before you can come back and find your people. The land where you were born. But now, no. It's not possible. Right now you're blinder than I am. Salvatore: Who said that? Gary Cooper? James Stewart? Henry Fonda? Eh? Alfredo: No, Toto. Nobody said it. This time it's all me. Life isn't like in the movies. Life... is much harder.
Μία απ' τις πιο όμορφες, τις πιο συγκινητικές ταινίες που έχω δει ποτέ μου...
Πανέμορφα περιγράφεται η αγάπη για το σινεμά, ένα σινεμά που δεν έχει ζήσει η γενιά μου, δυστυχώς. Η γενιά του εμπορικού κέντρου, που έμαθε το σινεμά ως απαραίτητη διασκέδαση του Σαββατόβραδου... Παρόλο που σκηνοθετικά είναι κάπως αδύναμο, εξυμνεί με μοναδικό τρόπο το σινεμά όπως το έζησαν οι γονείς μας...