Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λέξεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Δεκεμβρίου 06, 2016

Christmas lights

"Να πάρουμε τις νύχτες μας μακριά από τα τόσα φώτα..."

γραμμένο σε τοίχο Μελενίκου-Αρμενοπούλου γωνία,
Θεσσαλονίκη, 2005
(η φωτογραφία αγνοείται, φυσικά, μες το αρχείο μου)

---



Τρίτη, Σεπτεμβρίου 13, 2016

Acid Rain

Άλλο ένα μοναχικό βράδυ, από κείνα που τα γουστάρεις τρελά και δε θες να σ' ενοχλεί κανείς.
Το ακούω τυχαία, μετό το Paradise Circus από Massive Attack. Και κολλάω. Και κολλάει κι αυτό. Γιατί σκάλωσε το autoplay και το κομμάτι ακούστηκε σερί για κανα μισάωρο. Το κορυφαίο? Ότι η αρχή και το τέλος συνδέονται. Σα να παίζει σε μια ατέρμονη λούπα.

Το κόλλημα του μήνα, λοιπόν. Κι ας κολλάει με κρύο καιρό. Κι ας χτυπάει 30άρια το τρελό λονδρέζικο φθινόπωρο. Στραβά το καπέλο. Όπως λέει και η προπονήτριά μου, εδώ πέρα ο καιρός έχει ξεχάσει το πώς γίνεται η ζέστη σωστά, γι αυτό τρελαίνεται όταν έρθει η ώρα.


---

Σε μια βδομάδα πάλι Κοπεγχάγη.
Επιτέλους. (και γελάνε και τα μουστάκια μου)

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 01, 2016

Only lovers left alive

Με έπιασε ευαισθησία απόψε. 
Και ήθελα να σου πω πως η ομορφιά των πόλεων είναι οι άνθρωποί τους.
Και η Κοπεγχάγη δε θα ήταν τίποτε αν δεν ήσουν εσύ εκεί.


Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2011

The story of Grand'mere

Ησυχία.
Ήλιος, ίδια πληγή, στον καθαρό ουρανό. 
Η Οικογένεια.
Κάποιοι συγγενείς.

Ένας χρόνος χωρίς τη γιαγιά.

Κι όμως, με κάποιο τρόπο βρίσκεται ακόμη εδώ.
Ως ανάμνηση, στο παρόν, στο μέλλον.
Ως πρωταγωνίστρια, στο παρελθόν.
Ο θίασος της, χωρισμένος στα δύο.


Ακόμη και χωρίς τον παράδεισο, εκείνη βρίσκεται ακόμη εδώ.
Ξυπόλητη στα γρασίδια του Κομάνου, κάτω απ' τη Μουριά.
Πλένει μούρα μέσα στο πιάτο με τα γαλάζια λουλούδια.
Μεγαλώνει παιδιά και εγγόνια.
Μικραίνει η ίδια.
Τόσο που τα παιδιά γίνονται γονείς και τα εγγόνια, παιδιά.
Οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη.
Έπειτα φως.
Σιωπή.

Αυτό το ταξίδι ποτέ δε θα τελειώσει . . .




Αντίο, γιαγιά.
Ξανά.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 12, 2011

Μπορείς να πεις

Μπορείς να φυλακίσεις τη νύχτα στο δωμάτιο για χάρη μου.
Μπορείς να με αφήσεις να ταξιδέψω στα μάτια σου, μέχρι να ξημερώσει.

Να γίνεις εγώ. Να γίνω εσύ.
Να γίνουμε εμείς.

Μπορείς να πεις πως είναι η τελευταία μας φορά.
Μπορώ να πω πως ίσως να είναι και η πρώτη.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 01, 2011

Χωρίς τίτλο.

Μέρες χρωματισμένες από σκούρα μπλε απογεύματα, νιώθω πώς συσσωρεύσατε όλη τη θλίψη του κόσμου στο ποτήρι μου.
Ο τριγμός σπάει τη σιωπή, ζωγραφίζει ένα ράγισμα εντός μου.
Επέρχεται η ρήξη του άλλοτε άθραυστου.
Βροχή.


υπό τους ήχους του:
Le temps perdu
Eleni Karaindrou

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2011

Η θεωρία της σχετικότητας.

"Επανάληψη μήτηρ πάσης μαθήσεως".

Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησα με τα βασικά, τη θεωρητική φυσική.
Με ένα μήλο στα χέρια μελέτησα ξανά την έννοια της βαρύτητας, το νόμο δράσης και αντίδρασης.
Ξέφυγα προς τη θεωρία του Χάους και ακόμη παραπέρα: χάθηκα στη δίνη μιας Μαύρης Τρύπας.

Συνειδητοποίησα πως σιγά σιγά, όσο η γνώση συσσωρευόταν μέσα μου, τόσο με έτρεφε. Γινόμουν επιστήμονας, και όπως κάθε επιστήμονας που σέβεται τον εαυτό του, έπρεπε πια να αφιερώσω χρόνο στη μελέτη της δουλειάς του Albert Einstein.

Άρχισα να μελετώ, μέχρι που έχασα την αίσθηση του χρόνου.
Δεν ξέρω αν πέρασαν μέρες ή χρόνια. Το μόνο που ξέρω είναι πως κάποια στιγμή εκτοξεύτηκα στο χωροχρόνο. Μεταξύ πλανητών, καμπυλώσεων φωτεινών γραμμών και αστεριών ξαναγεννήθηκα ως Κουρσάρος του Διαστήματος. Ένας σύγχρονος Οδυσσέας.

Ένα πρωί γύρισα πίσω. Δεν ξέρω πώς έγινε. Ή γιατί.
Μόνο ότι η διαδρομή που είχα διανύσει μπορούσε να μετρηθεί με έτη φωτός.

Σε μια γωνία του δωματίου βρήκα μερικές σιδερένιες βέργες.
Αν και ο χρόνος είχε μιλήσει πάνω τους, ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα.
Τώρα πλέον είχα όλη την απαραίτητη γνώση μέσα μου.
Κατασκεύασα κάγκελα και τα προσάρμοσα σε όλα τα παράθυρα του δωματίου.

Μετά άνοιξα όλες τις κουρτίνες.
Στο δωμάτιο μπήκε ένα άρρωστο φως.
Όχι εκείνο που σε φωτίζει, εκείνο που σε αποκαλύπτει.

Πλησίασα το μεγαλύτερο παράθυρο. Το πιο φωτεινό, με την καλύτερη, την πιο αληθινή θέα. Έπιασα τα κάγκελα σφιχτά και κοίταξα έξω. Είχα δει πολλούς φυλακισμένους να το κάνουν αυτό. Ήμουν σκηνοθέτης του εαυτού μου.

Είδα πολλά. Πρωτοσέλιδα εφημερίδων. Φρούδες υποσχέσεις. Φωνές. Φασαρία. Άκουσα το Ρέκβιεμ
για όλα τα όνειρα. Είδα ως δια μαγείας να εξαφανίζονται όλα τα χρώματα. Έσφιξα ακομη πιο δυνατα τα κάγκελα. Μέχρι να πονέσουν τα χέρια μου, να συνειδητοποιήσω πως δεν ήταν όνειρο.

Κοίταξα το δωμάτιο με τα βιβλία, τα πινέλα, τις φωτογραφίες, τους δίσκους μουσικής και τις κάρτες απ' τα ταξίδια.
Ξανακοίταξα έξω.
Δεν ήμουν πια σίγουρος σε πoια μεριά βρισκόμουν.
Μέσα στα κάγκελα ή έξω από αυτά?
Μέσα ή έξω?

Τότε κατάλαβα.
Είχα εμπεδώσει πια τη θεωρία της σχετικότητας.
Ήμουν επιστήμονας.
Το μόνο που έμενε ήταν να επαληθεύσω τον Νεύτωνα.
Να αντιδράσω.

Πέμπτη, Ιουλίου 07, 2011

Το απαγορευμένο κουτί

Ο Γιατρός μου αφαίρεσε τους επιδέσμους και εξέτασε προσεκτικά τους καρπούς των χεριών μου, από την καλή και από την ανάποδη. Τα μάτια του, κρυμμένα πίσω από τα χοντρά γυαλιά του, πρόδιδαν προβληματισμό, ανάμικτο με ανησυχία. Τι να σκεφτόταν άραγε?

- Γιατί το έκανες αυτό?, με ρώτησε ξαφνικά, σε τόνο τελεσίδικο.
- Μα, Γιατρέ, μου είχε τελειώσει το κόκκινο . . .

Ο Γιατρός τελικά με συμβούλεψε άλλη φορά να μην καταφεύγω σε τόσο ακραίες μεθόδους. Με συμβούλεψε ακόμη να ανοίγω το απαγορευμένο κουτί με τα ζωγραφισμένα πορτοκάλια. Η δοσολογία? Όποτε μου τελειώνουν τα χρώματα. Όχι μόνο το κόκκινο. Όλα τα χρώματα.

Ήταν σαν το κουτί της Πανδώρας. Και ο Γιατρός ήταν ο χειρότερος χρόνος. Και ο χρόνος είναι ο χειρότερος γιατρός.

Τρίτη, Μαΐου 31, 2011

Κόκκινο. Πράσινο. Μπλε.

-Τι όμορφες που είναι οι παπαρούνες!
-Πρέπει να βρω μια πολύ όμορφη...
-Γιατί??? Οι παπαρούνες είναι άγρια λουλούδια, δεν κάνει να τις κόβεις. Δεν έχεις ακούσει την έκφραση "θα σκορπίσεις σαν παπαρούνα" ?

---
Δε θυμάμαι να πρόσεξα άλλη φορά σταγόνες βροχής πάνω σε παπαρούνες και γρασίδια.
Είχα καιρό να μυρίσω το βρεγμένο χώμα, να νιώσω πως πατάω γη και όχι τσιμέντο.
Τώρα ένιωθα τον αέρα στο πρόσωπο.
Έβλεπα από μακριά πώς χόρευε προοδευτικά τα σπαρτά.

Πάνε αιώνες που ξηγήθηκε ο Ρουσώ.
"Επιστροφή στη φύση, κύριοι!"
---

Μια μπλούζα από ένα κομμάτι ουρανού.
Σύννεφα που ταξιδεύουν καταιγίδες.

Και βλέπεις πως, κάποιες φορές, οι ομπρέλες λειτουργούν εξίσου καλά κλειστές.
Και η ζωή δεν είναι ασπρόμαυρη....................

Κυριακή, Φεβρουαρίου 13, 2011

Οδύσσεια - The Sequel

Ζηλεύοντας την Ιθάκη, ξεκίνησα. Στη ρότα, όμως, ξεφύτρωσαν και άλλα "νησιά".
Φτάνοντας στο τέρμα της πορείας, συνειδητοποίησα πως ο τελικός προορισμός δεν ήταν ο αρχικά συμφωνημένος. Προβληματιζόμενος για το πιθανό μέλλον έχασα και το παρόν. 

Γνώρισα και τους Λαιστρυγόνες, γίναμε φιλαράκια με τον κύκλωπα Πολύφημο και ξαναβάφτισα την Καλυψώ. Ο Αίολος δέχτηκε να φυσήξει ούρια για μένα στην αρχή αλλά λίγο πριν το τέλος αναρωτήθηκα τι να 'κρυβε μέσα ο ασκός του. Γοήτευσα την Κίρκη με τα μαγικά μου κόλπα, της έμαθα να πετάει με τη σκέψη,να γίνεται αόρατη. 
Μέσα σ' όλα αυτά έχασα εμένα. Έγινε σταδιακά, ούτε που πρόλαβα να το πάρω πρέφα. Και όταν η Πηνελόπη με κοίταξε στα μάτια και ο Τηλέμαχος με φώναξε "πατέρα", ήμουν πια άδειος.

Τώρα πια η Ιθάκη δε σήμαινε τίποτε για μένα. Η Πηνελόπη θα περίμενε σίγουρα κάποιον άλλο, συνονόματο. Κάποιον με το ίδιο σημάδι απ' τα δόντια του κάπρου στη γάμπα- καθαρή σύμπτωση. Ήμουν σίγουρος πως δεν είχα γιο, δεν είχα πατέρα. Ήταν σα να υπήρχα ανέκαθεν. Σα να γεννήθηκα σ' αυτή την απέραντη θάλασσα. Σα να ήμουν γιος αυτής της απέραντης θάλασσας. Πατέρας της. Λες και βγήκα απ' τη θάλασσα, ως γιος μιας Αφροδίτη. Λες και η θάλασσα βγήκε από μένα. 
Ένιωθα τη θάλασσα. Μέσα μου.
Και αποφάσισα, να βρω την πραγματική μου Ιθάκη.
Τώρα. Που κατάλαβα πια "οι Ιθάκες τι σημαίνουν".

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 02, 2011

η αγάπη έχει τους πολλούς παράξενους δρόμους της...

"με σκότωσε γιατί την αγαπούσα" - άπειρα τραγουδισμένο.

"τη σκότωσα γιατί με αγαπούσε" - κούρασε, γι' αυτό.

"τη σκότωσα γιατί την αγαπούσα" - where the wild roses grow syndrome.

"τη σκότωσα γιατί με αγαπούσα" - το ένστικτο της αυτοσυντήρησης.

"με σκότωσα γιατί την αγαπούσα" - ανεκπλήρωτος έρωτας.

"με σκότωσε γιατί με αγαπούσε" - ερωτευμένοι σχιζοφρενείς.

"με σκότωσε γιατί με αγαπούσα" - ναρκισσιστικό ξέπλυμα

"με σκότωσα γιατί με αγαπούσα" - ειλικρίνια

"τη σκότωσε γιατί με αγαπούσε" - έγκλημα πάθους
...
"η αγάπη έχει τους πολλούς παράξενους δρόμους της", που θα 'λεγε και ο φίλος μου ο Bukowski.



Τρίτη, Δεκεμβρίου 14, 2010

Ο Αόρατος Μανδύας

Θυμήθηκα χτες ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στο χωριό. Ήμουν, δεν ήμουν 8 χρονών. Πάει καιρός από τότε. Από εκείνο το απόγευμα μου 'ρχεται στο μυαλό καθαρά μια ανοιξιάτικη μπόρα. Μια μπόρα τόσο έντονη, που με έστειλε γραμμή στο τηλέφωνο του παππού, να ζητήσω από το μπαμπά να έρθει αμέσως στο χωριό να με πάρει. Δε θα μπορούσα να ξεχάσω τη δύναμη εκείνης της βροχής, σα να την είχε περιορίσει κάποιος για καιρό και ξέσπασε έπειτα με μανία. Χτυπούσε τόσο δυνατά τα κεραμίδια και φοβόμουν μήπως το σπίτι λιώσει όπως σ' εκείνο το παραμύθι που μου έλεγε ο παππούς, για το σπίτι, το φτιαγμένο από ζάχαρη. Τα μπουμπουνητά και οι αστραπές? Άνευ προηγουμένου! Σου γεννιόταν αυτό το συναίσθημα που διακατέχει όλα τα παιδιά, ότι θα χωθείς κάτω από την κουβέρτα και εκεί κανείς δε θα μπορεί να σε πειράξει. Θα είναι το καταφύγιό σου.

Θυμάμαι ακόμη τη γιαγιά, αιωνίως απασχολημένη με κάτι στην κουζίνα, να μου λέει:
"- Μην τον παίρνεις τηλέφωνο μαρή, θα σταματήσει η βροχή!"
Και 'γω, φοβισμένη από τα φυσικά φαινόμενα, να σχηματίζω στο παλιό γκρι τηλέφωνο ένα-ένα τα νούμερα. Μέχρι να έρθει ο μπαμπάς από την πόλη, η βροχή σταμάτησε. Ίσως να βγήκε και ο ήλιος, δε θυμάμαι. Ήθελα να μείνω με τον παππού και τη γιαγιά κι άλλο. Δε φοβόμουν πια. Αλλά δε γινόταν.


Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, διαβάζω ξανά το τελευταίο βιβλίο του Χάρι Πότερ. Παιδιάστικο μεν, αλλά πριν κοιμηθείς αξίζει. Στ' αλήθεια αξίζει. Διάβαζα, λοιπόν, στο βιβλίο για την ιστορία των Τριών Αδερφών και τους Κλήρους του Θανάτου. Εν συντομία, ο Θάνατος, σε μια προσπάθεια να παγιδεύσει τα τρία αδέρφια-μάγους, αποφασίζει να κάνει στον καθένα από ένα δώρο. Ο πρώτος του ζητά ένα μαγικό ραβδί που θα κερδίζει κάθε αντίπαλο, ο δεύτερος μια μαγική πέτρα που θα ζωντανεύει τους νεκρούς, ο τρίτος ζητάει κάτι που θα τον βοηθήσει να απομακρυνθεί από το σημείο όπου βρίσκονται χωρίς να μπορεί να τον ακολουθήσει ο Θάνατος. Και ο Θάνατος του δίνει ένα μανδύα που σε κάνει αόρατο. Ενώ, λοιπόν, τα άλλα δύο αδέρφια πέφτουν στην παγίδα του Θανάτου, ο τελευταίος καταφέρνει με τον μανδύα να του τη σκαπουλάρει (κύριος!) και να του παραδοθεί σε βαθιά γεράματα. Αυτός ο αόρατος μανδύας μου θύμισε λίγο την αξία της κουβέρτας για τα παιδιά σε περιπτώσεις βροχής, καταιγίδας και λοιπής σύγχυσης.

Ο Θάνατος, ο Τρίτος Αδερφός και ο Αόρατος Μανδύας (από την τελευταία ταινία του HP)
Πόσο τυχερά τα παιδιά που έζησαν στιγμές με τον παππού και τη γιαγιά! Χαίρομαι που ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Τους έζησα πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι τυχερή που έχω μνήμες από τη φύση, από ένα χωριό που -δυστυχώς- δεν υπάρχει πια, από γέλια και παιχνίδια σε κήπους, από εκδρομές, από χρόνια ξέγνοιαστα, από την κούνια που έφτιαξε ο παππούς στην καρυδιά, από τα δυνατά χέρια της γιαγιάς που πάντα είχαν κάτι να δώσουν. Μνήμες από τον παππού και τη γιαγιά που καταφέρνουν ακόμη να κρύβονται κάτω από τον Αόρατο Μανδύα του τρίτου αδερφού. Αν και τελευταία, η γιαγιά νομίζω πως κουράστηκε να τον κρατάει πάνω της.

Εκείνη η βροχή σταμάτησε.


Αφιερωμένο σε κείνη τη βροχή. Σε εκείνες που έρχονται.





Όλη η ιστορία:


Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

Τι μου λες...

Δεν έχεις έρθει σπίτι μου.
Να δεις την ταράτσα.

Καμιά φορά, διαβάζοντας το "Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο", μου δίνεται η εντύπωση πως ο Κ. Βήτα σε μια τέτοια ταράτσα ηχογράφησε.
Σαν τη δική μου.
Ανάμεσα σε στοιχεία κεραιών, ηλιακούς θερμοσίφωνες και προβολείς γηπέδων.
Όταν ήμασταν μικρά με την αδερφή μου λέγαμε πως οι προβολείς μοιάζουν με γιγάντιες μυγοσκοτώστρες.
Στη διπλανή ταράτσα έχουν φαντασία.
Έχουν στήσει ολόκληρο μπαχτσέ, τόσο αξιοζήλευτο που σκέφτομαι στιγμές να αρχίζω τις επιδρομές.
Στο τέλος πάντα σέβομαι.
Και πάω πάσο.

Γενικότερα πάω πάσο.
Από τότε που με θυμάμαι.
Ίσως θα 'πρεπε να κόψω τις υποχωρήσεις.

---

Βρέχει έντονα τις τελευταίες μέρες.
Ακούω τη βροχή από πάνω.
Τη μουσική βροχή του Θανάση.
Χτυπάει στα κάγκελα σαν επίμονος επισκέπτης.
Είναι φορές που με ξυπνάει.
Σαν κάτι όνειρα που μοιάζουν αληθινά.
Σε ξυπνάν στο πρώτο πρωινό φως και αναρωτιέσαι τι είναι όνειρο και τι αλήθεια.
Ψάχνεις στο πρώτο φως το ρολόι.
Να δεις τι ώρα μαρτυράει.
Γιατί "αυτός ο Ήλιος" ανατέλλει μόνο στα όνειρα.
"Πιο όμορφος από ποτέ".
Στα όνειρα.
Τα όνειρα.

---

Τράπεζι για την ορκομωσία.
Μετά τον 4ο γύρο ρετσίνας, το ευαίσθητο αυτί μας πιάνει ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Συζήτηση?
Συζήτηση.
Τεντώνουμε τις κεραίες!

-Πιστεύω στο Βούδα!
-Εγώ πιστεύω στους Iron Maiden!
-Πιστεύω στον Κορκολή!
-Πιστεύω στο Ρουβά!

Δεν ξέρω σε τι πιστεύω.
Να τους έλεγα να με διδάξουν?
Είμαι σίγουρη πως κάποτε πίστευα σε κάτι.

---

Βάζω καφέ.
Τον ξανάρχισα τώρα πια.
Μυρίζει όλο το σπίτι φουντούκι.
Νυχτώνει νωρίς.
Πάνε τόσοι μήνες από το καλοκαίρι.
Δε μ' αρέσει.
Θα συνηθίσω.
Συνηθίζω.
Η συνήθεια.
Κακό πράμα.
Αναγκαίο.
Αναγκαίο κακό.

---

"Μπορείς να δεις καθαρά τώρα..."
Μπορεί να είμαι χιλιόμετρα μακριά απ' την ταράτσα, την παραλία, τις ομπρέλες.
Κι όμως.
Μπορώ να δω καθαρά.
Τώρα.

Δανεισμένη εικόνα από το Μανόλη με δική μου επεξεργασία :-)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 14, 2010

Serveur d' applications

Είδες τελικά?
Η κάρτα έφτασε, γιατί ήταν να φτάσει.
Το θέμα είναι τι γίνεται με μένα.
Αν εγώ θα φτάσω ποτέ.
Γιατί στην περίπτωση μου δεν υπάρχει διεύθυνση επιστροφής.
Τι θ' απογίνουμε?
Δεν ξέρω αν έχω καν διεύθυνση αποστολής, γαμώτο μου.

Μάης 2010
την ώρα της εξέτασης ενός μαθήματος σχετικού με δίκτυα

Σάββατο, Οκτωβρίου 09, 2010

I wish you had done a lot of things


Ο καφές της Clementine κρύωνε...ο Joel ήταν τόσο απασχολημένος με το να ονειρεύεται....Η μουσική γέμιζε το δωμάτιο..."...From despair, between the sheets..." Πόσο ταιριαστό!... Καμιά φορά οι Joel είναι πολύ απορροφημένοι στο δικό τους κόσμο..."...Oh, well how long did we stay in there..." Πόσο?Πόσο?..."Holding, holding on to you again" ...Και μετά σιωπή...

16/05/2008

Τετάρτη, Οκτωβρίου 06, 2010

Που;

Ε, να...[κάπου εδώ κομπιάζω], ξέρεις είναι κάτι κρύα απογεύματα που ό,τι κι αν κάνω πάντα σε σκέφτομαι. Σου αφιερώνω λίγα λεπτά να ταξιδεύουμε μαζί...
Στο λέω, είναι ωραία! Κι ας μην το ξέρεις, κι ας μην το μάθεις ποτέ.
Δεν έχει σημασία εξάλλου. Διότι εγώ φεύγω και εσύ μεγαλώνεις.
Μεγαλώνεις, ενώ κάποτε θυμάμαι είχες πει "θα μείνω πάντα παιδί"
Αχ, μωρέ, σου άρεσαν τα ψέματα ανέκαθεν!
Αλλά αυτό δεν το κατάφερε ούτε ο Πήτερ Παν. Είχε, βέβαια, καλό λόγο.

Ήσουν ενίοτε και υπερβολικός, αλλά είχε και αυτό τη γλύκα του.
Αλήθεια σου λέω! Δε με πιστεύεις;

Στην εκπνοή του ονείρου σε σκέφτομαι λίγο πιο έντονα.
Φωτίζεις.
Έπειτα σαν διάττων αστέρας σβήνεις και ύστερα χάνεσαι.
Όμως, δεν παραξενεύομαι. Μας έχεις συνηθίσει χρόνια τώρα σ' αυτού του είδους τις εμφανίσεις.
Νομίζω πως σου πηγαίνουν.
Κάθε φορά επιστρέφεις όλο και πιο ήρεμος.
Που να πηγαίνεις άραγε όταν χάνεσαι;
Που πηγαίνουν οι αναμνήσεις όταν θέλουν να ξεκουραστούν;

Τρίτη, Μαΐου 11, 2010

Numb

Ταξιδεύουμε σ' άλλο πλανήτη.
Εκτός.
Το πρόσωπό σου?
Αιώνια παρόν.
Όμορφο είναι.
Βλέπεις, τα χρόνια δίνουν αίγλη μαγική.
Δίνεις στη λέξη νέο ορισμό.

Είναι η αίσθηση που γράφεις στον αέρα.

Είμαστε μαζί στη βόλτα.
Μ' αγκαλιάζεις σφιχτά.
Σ' αυτό τον πλανήτη οι αγκαλιές έχουν μεγάλη αξία.
Ωχ! Πρόσεχε! Μου τραβάς τα μαλλιά!
Απρόσεχτος!
Μ' αρέσει.

Κουβαλάς μαζί σου τόσα χρώματα...
Τόσα που δε με νοιάζει που τελειώνουν οι ακουαρέλες μου γιατί παίρνω από σένα.
Όλα χρωματίζονται μ' ό,τι χρώμα θέλω γιατί είσαι λευκός. Τόσο, που μου φέρνεις δάκρυα στα μάτια.
Δεν ξεθωριάζεις ποτέ.
Γιατί τα όνειρα είναι ανεξίτηλα.

Το βλέμμα σου όμως καίει.
Καίει.
Ακόμη κι αν δε με κοιτάς.
Αυτόφωτος.
Το ρολόι μου λέει πως μόλις πέρασε το λεπτό σου, την ώρα που με νανουρίζει γλυκά ο Tom.
I disappear in your name...

Το δωμάτιο φέρνει σβούρες.
Το σταματάω στη σκέψη σου.
Μα πόσες άγκυρες να ρίξω?
Είσαι μακριά.

Ερήμην σου ταξιδεύεις.
Ίσως γι' αυτό να ναι τόσο όμορφο το ταξίδι σου.
Ταξιδεύεις μαζί μου.
Στη σκέψη μου.
Είναι φορές που είσαι η σκέψη μου.
Φορές που ορίζεις τα πάντα στην ταξιδιάρικη σκέψη μου.

Ποιο το νόημα σ' όλα αυτά?
drifter
wonderlust king
Πετάω.
Γι' αλλού.

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

Η ταράτσα






Τ' απογεύματα της γλυκιάς μοναξιάς ,αν δεν αλήτευα πουθενά, άραζα στην ταράτσα...
Βολευόμουν με την πλάτη στον τοίχο, άπλωνα το ένα πόδι -για να είμαι άνετα-* και άφηνα τη δύση να με ταξιδεύει...
Καμία φορά -στα μεγάλα κέφια- κουβαλούσα την καρέκλα του σκηνοθέτη και το έπαιζα David Lynch στη δική μου ταινία...
Σ' αυτό βέβαια, βοηθούσε το μαγικό κόκκινο φίλτρο και ο έμφυτος παραλογισμός μου όταν τα πράγματα δυσκόλευαν...

29/06/2008



* Η αρχική φράση, είναι -με μικρές αλλαγές- δανεισμένη-εμπνευσμένη απ' το παρακάτω απόσπασμα απ' το βιβλίο της Νικόλ Ρούσσου, "Πες στη Μορφίνη, ακόμη την ψάχνω", Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

"Τ' απογεύματα, άμα δεν αλήτευα πουθενά, την άραζα στο πεζούλι της ταράτσας, βολευόμουνα με την πλάτη στον τοίχο απ' το δωματιάκι, άπλωνα το 'να πόδι να είμαι άνετα, και μαστούρωνα με τη δύση...
Μόλις έσκαγε το βραδάκι, ανάβανε τα φορτηγά τα φώτα τους και για να με ξεκουνήσεις από 'κει έπρεπε να ήσουν πολύ μάγκας..."

Δευτέρα, Νοεμβρίου 09, 2009

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης


Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Πάνε χρόνια.

Μάταια.

Σπασμένα ρολόγια, τιμητές των στιγμών, πέφτουν απ' τις τσέπες μου.

Ουρανοί που ντύνονται κόκκινοι απ' τις ανακλάσεις μιας πόλης μετά τη βροχή.

Κινούμενοι προβολείς αυτοκινήτων.
Ασυνεχής φωτισμός.

Λεπτά...


Ώρες μετά, μας βρίσκει η νύχτα της πόλης.
Με το "μας" εννοώ το σκύλο μου, τον Αλήτη, κι εμένα.
Στρωμένοι στο παγκάκι της στάσης του λεωφορείου.
Δεν το περιμένουμε.
Ποτέ.
Είναι το οικογενειακό μας αστείο.
Κόβουμε κίνηση.
Χαζεύουμε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται.
Ο Αλήτης -αν δε βαριέται- γαυγίζει κάποιο από αυτά.
Μυστήριο σκυλί, γαυγίζει τα κόκκινα αυτοκίνητα μοναχά.
Με κάνει να σκέφτομαι αν ένας σκύλος μπορεί να έχει ΠΑΟΚική συνείδηση.
Μετά με πιάνουν τα γέλια, ο κόσμος κοιτά περίεργα.
"Οι σκύλοι δε βλέπουν τα χρώματα, διάολε!" μου έρχεται να τους πω, μα πόσο γρήγορα σε χρίζουν τρελό αυτοί στην πόλη των Τρελών. . .



Μου κρατά καλή παρέα ο Αλήτης.
Αν και φορές χάνεται.
Δεν τρέχω πίσω του.
Μπορεί να ψάχνει τη Λαίδη του, ή έστω τη λαίδη της βραδιάς.



Πόσο αδιάκριτα τα φώτα των αυτοκινήτων.
Τέτοιες στιγμές δε θέλω να φωτίζομαι.
Η ταχύτητα των αυτοκινήτων παρασέρνει τα σκουπίδια του δρόμου.
Μια σακούλα.
Τι σου είναι αυτοί οι σκηνοθέτες.
Έρχεται στο μυαλό μου η σκηνή απ το American Beauty.
Μονο που εδώ δε βλέπω καμιά ομορφιά.
Κι εκεί που νόμιζα οτι οι πόλεις είναι γκρίζες, ένα αυτοκόλλητο του ΠΑΟΚ μιλάει για μια ασπρόμαυρη πόλη.
Το ασπρόμαυρο είναι κινηματογραφικό.
Η πόλη δεν είναι.
Κάποιος μας δουλεύει.
Έτσι νομίζω.



Τα λεπτά κυλάνε.
Κι εμείς?

Ακόμη εδώ.

Αόρατοι για τους άλλους.

Τόσο ορατοί για μας τους ίδιους.

Μαζί με τον Αλήτη χαζεύουμε τα παπούτσια μου.

Με κοιταει με βλέμμα που μιλάει,

δε μπορεί, κάτι θα ψάχνει απόψε.



Μας σκοτώνει αυτή η ρουτίνα,
το μεταίχμιο,μετέωρο όπως καθιερώνεται.
Παρασυρόμαστε σαν τη σακούλα της ταινίας.
[άνω τελεία]
είναι ο αέρας της αλλαγής.
Γελάω με τις σκέψεις μου.
Τα λόγια των πολιτικάντηδων έχουν εμποτιστεί μέσα μου, λοιπόν?

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Ματαίως απ' ότι φαίνεται.

Τώρα οργανώνουμε το χρόνο μας σε ατζέντες.

Δεν υπάρχει πια καιρός για εκπλήξεις, βόλτες στη βροχή και τα συναφή.
μεγαλώνουμε.

κι ας το γράφω με μικρά γράμματα.

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.

Αντί για σένα βρίσκω τη λέξη ρουτίνα,

τη λέξη λούκι.

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης μα ξημερώνει και σβήνουν σιγα σιγα

και τις μέρες κρύβεσαι

δεν κυκλοφορείς με το φως πια, Παιδί της νύχτας.

Εμπεδωμένη η απουσία σου, σα ζευγάρι μάτια που συνηθίζει στο σκοτάδι.

Σας ψάχνω όλους στα φώτα της πόλης

μα κανείς δεν είναι εκεί.

πια.



Ρολόγια κατρακυλαν απ' τις τσέπες μου.
Σπάνε πιο αποτελεσματικά στο οδόστρωμα.
Δεν υπάρχει καλή στιγμή να της θυσιάσω ένα ρολόι.
Όλα τα λεπτα υιοθετούν τη μελαγχολία του Σεπτέμβρη.
"Τέλος εποχής, αγόρι μου"
Ο Αλήτης ξεκινά πρώτος και χαρούμενος.
Εντόπισε φαγητό, δεν εξηγειται αλλιως.


Βάζω την ουρά στα σκέλια και δρόμο.
ήτανε μακριά η νύχτα.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

Στα φανάρια των δρόμων

Το κείμενο που ακολουθεί είναι της Μαρίας Χούκλη. Το άκουσα σα μονόλογο της Τάνιας Τσανακλίδου.
Η εικόνα είναι στιγμιότυπο απ' τη βουλγάρικη ταινία Klopka (2007) του
Srdan Golubovic ("Παγίδα") που είδα πρόπερσυ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.



Βράδυ Σαββάτου.
Τους συναντάς στο φανάρι όσο να ανάψει το κόκκινο.
Είναι η εικόνα της σιωπής με όλα της τα λούσα, τη βροντώδη παρουσία της, το σκληρό περίγραμμά της.
Αυτό το πυκνό κενό που αστράφτει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.

Ας μιλήσουμε για τα λυπημένα ζευγάρια που δεν λένε τίποτα πια μεταξύ τους.
Σαν να τα έχουν πει όλα.
Που περιβάλλονται από μια τάφρο σιωπής.
Τα τείχη που τους προστάτευαν κατέρρευσαν χωρίς να το πάρουν είδηση.
Ποιοι ήταν άραγε οι βάρβαροι που τα κονιορτοποίησαν?
Και τώρα κοιτούν με μισόκλειστα μάτια τους άλλους, ήσυχα, ξέπνοα, απόντες από το παρόν τους για λίγο, όσο να ανάψει το φανάρι.

Δεν μπορεί, θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια.
Εκείνος στο τιμόνι, τραβηγμένος στην άκρη, κοιτάζει έξω από το παράθυρο.
Όχι το δρόμο αλλά τη ζωή του.
Κι Εκείνη σφιγμένη στην άλλη άκρη γράφει και σβήνει τη δική της ζωή στο τζάμι, που αντανακλά τη φρόνιμη φιγούρα της.
Χαζεύουν τους περαστικούς αλλά δεν τους βλέπουν.
Κοιτάζουν ώρα τώρα - ή μήπως από χρόνια? - μέσα τους.
Ούτε ένα βλέμμα δεν χαρίζουν ο ένας στον άλλον, σαν να μην τους περισσεύει, σαν να τα ξόδεψαν όλα.
Κοιτάγματα, λόγια, αγγίγματα.
Σαν να βολεύονται με τη σιωπή.
Μέσα, υπάρχει το όχι.
Έξω, κοχλάζει το ναι.
Μονομάχοι της συμβίωσης.

Τα όπλα τους τα έχουν διαλέξει από καιρό και τα ακονίζουν ο καθένας μόνος του.
Βουβά παράπονα, ακυρωμένα θέλω, ξεθυμασμένες επιθυμίες, κάτι ρετάλια όνειρα, ανώδυνα μυστικά, μικρές προδοσίες, αναιμικές υποσχέσεις πως όλα αύριο θα είναι αλλιώς.
Δείχνουν τόσο λυπημένοι και θυμωμένοι αλλά…δεν ξέρω γιατί.
Άλλαξε η μεταξύ τους γεωγραφία.
Μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η σχέση τους μοιάζει με ήπειρο που κουράστηκαν ή βαριούνται πια να εξερευνήσουν.
Δεν μπορεί, θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια.
Το ραδιόφωνο όσο να ανάψει το φανάρι παίζει τα δικά του αλλά εκείνοι ακούνε το κονσέρτο για έναν άνθρωπο, μια λύπη, ένα παράπονο.
Σιγοψιθυρίζουν την ωδή που έχει γραφτεί για την πλήξη και την μοναξιά.
Τόσο λυπημένα δείχνουν τα ζευγάρια έτσι όπως περιμένουν να ανάψει το φεγγάρι και να ξαναμπεί σε κίνηση η ζωή τους.
Περιμένουν πώς και πώς να δραπετεύσουν από τη μέσα τους ξενιτιά.
Τους βλέπω να ξεκινούν.
Αλλά είναι ακόμα λυπημένα τα ζευγάρια.