Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Δεκεμβρίου 14, 2010

Ο Αόρατος Μανδύας

Θυμήθηκα χτες ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στο χωριό. Ήμουν, δεν ήμουν 8 χρονών. Πάει καιρός από τότε. Από εκείνο το απόγευμα μου 'ρχεται στο μυαλό καθαρά μια ανοιξιάτικη μπόρα. Μια μπόρα τόσο έντονη, που με έστειλε γραμμή στο τηλέφωνο του παππού, να ζητήσω από το μπαμπά να έρθει αμέσως στο χωριό να με πάρει. Δε θα μπορούσα να ξεχάσω τη δύναμη εκείνης της βροχής, σα να την είχε περιορίσει κάποιος για καιρό και ξέσπασε έπειτα με μανία. Χτυπούσε τόσο δυνατά τα κεραμίδια και φοβόμουν μήπως το σπίτι λιώσει όπως σ' εκείνο το παραμύθι που μου έλεγε ο παππούς, για το σπίτι, το φτιαγμένο από ζάχαρη. Τα μπουμπουνητά και οι αστραπές? Άνευ προηγουμένου! Σου γεννιόταν αυτό το συναίσθημα που διακατέχει όλα τα παιδιά, ότι θα χωθείς κάτω από την κουβέρτα και εκεί κανείς δε θα μπορεί να σε πειράξει. Θα είναι το καταφύγιό σου.

Θυμάμαι ακόμη τη γιαγιά, αιωνίως απασχολημένη με κάτι στην κουζίνα, να μου λέει:
"- Μην τον παίρνεις τηλέφωνο μαρή, θα σταματήσει η βροχή!"
Και 'γω, φοβισμένη από τα φυσικά φαινόμενα, να σχηματίζω στο παλιό γκρι τηλέφωνο ένα-ένα τα νούμερα. Μέχρι να έρθει ο μπαμπάς από την πόλη, η βροχή σταμάτησε. Ίσως να βγήκε και ο ήλιος, δε θυμάμαι. Ήθελα να μείνω με τον παππού και τη γιαγιά κι άλλο. Δε φοβόμουν πια. Αλλά δε γινόταν.


Κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, διαβάζω ξανά το τελευταίο βιβλίο του Χάρι Πότερ. Παιδιάστικο μεν, αλλά πριν κοιμηθείς αξίζει. Στ' αλήθεια αξίζει. Διάβαζα, λοιπόν, στο βιβλίο για την ιστορία των Τριών Αδερφών και τους Κλήρους του Θανάτου. Εν συντομία, ο Θάνατος, σε μια προσπάθεια να παγιδεύσει τα τρία αδέρφια-μάγους, αποφασίζει να κάνει στον καθένα από ένα δώρο. Ο πρώτος του ζητά ένα μαγικό ραβδί που θα κερδίζει κάθε αντίπαλο, ο δεύτερος μια μαγική πέτρα που θα ζωντανεύει τους νεκρούς, ο τρίτος ζητάει κάτι που θα τον βοηθήσει να απομακρυνθεί από το σημείο όπου βρίσκονται χωρίς να μπορεί να τον ακολουθήσει ο Θάνατος. Και ο Θάνατος του δίνει ένα μανδύα που σε κάνει αόρατο. Ενώ, λοιπόν, τα άλλα δύο αδέρφια πέφτουν στην παγίδα του Θανάτου, ο τελευταίος καταφέρνει με τον μανδύα να του τη σκαπουλάρει (κύριος!) και να του παραδοθεί σε βαθιά γεράματα. Αυτός ο αόρατος μανδύας μου θύμισε λίγο την αξία της κουβέρτας για τα παιδιά σε περιπτώσεις βροχής, καταιγίδας και λοιπής σύγχυσης.

Ο Θάνατος, ο Τρίτος Αδερφός και ο Αόρατος Μανδύας (από την τελευταία ταινία του HP)
Πόσο τυχερά τα παιδιά που έζησαν στιγμές με τον παππού και τη γιαγιά! Χαίρομαι που ανήκω σε αυτή την κατηγορία. Τους έζησα πολύ όλα αυτά τα χρόνια. Είμαι τυχερή που έχω μνήμες από τη φύση, από ένα χωριό που -δυστυχώς- δεν υπάρχει πια, από γέλια και παιχνίδια σε κήπους, από εκδρομές, από χρόνια ξέγνοιαστα, από την κούνια που έφτιαξε ο παππούς στην καρυδιά, από τα δυνατά χέρια της γιαγιάς που πάντα είχαν κάτι να δώσουν. Μνήμες από τον παππού και τη γιαγιά που καταφέρνουν ακόμη να κρύβονται κάτω από τον Αόρατο Μανδύα του τρίτου αδερφού. Αν και τελευταία, η γιαγιά νομίζω πως κουράστηκε να τον κρατάει πάνω της.

Εκείνη η βροχή σταμάτησε.


Αφιερωμένο σε κείνη τη βροχή. Σε εκείνες που έρχονται.





Όλη η ιστορία:


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 15, 2010

Περπατώντας ένα βράδυ.

Περπατώντας ένα βράδυ στην κάτω Τούμπα κατάλαβα πως δεν είμαι πια 18 χρονών.
Ίσως να φταίνε όλα όσα έγιναν (και δυστυχώς εξακολουθούν να γίνονται) τελευταία.
Ίσως να 'φταιγαν οι μελωδίες του Παναγιώτη Καλατζόπουλου που έπαιζαν σ' αυτιά μου.
Ίσως και όχι.

Η μουσική του μου μιλάει για τη χαμένη εφηβεία του μικρού πρωταγωνιστή της ταινίας Peppermint.
Για την άρνηση του Ρένου να ενηλικιωθεί στα πολυαγαπημένα μου "Φτηνά Τσιγάρα".
Για κάτι που χάθηκε γενικότερα.


Παράξενη βραδιά.
Μου έφερε στο μυαλό το παρακάτω απόσπασμα απ' το βιβλίο "Φεύγα!".
Με έβγαλε απ' τον κόπο η κυρία Ζουμπουλάκη.
Τώρα δε χρειάζεται να σκεφτώ το πώς νιώθω.

"Το καλοκαίρι τελείωνε πια, είχαν μπει στο φθινόπωρο.
Έκανε λίγη ζέστη αλλά τα βράδια ο αέρας μύριζε επερχόμενο κρύο, μύριζε σα να χε πάρει το δρόμο της η εποχή ή σα να δινε σιγά σιγά τη θέση της σε βροχές, καταιγίδες, και σκοτεινά απογεύματα απ' αυτά που βουλιάζουν μέσα στα βράδια χωρίς να το πάρεις χαμπάρι."


Κάπου εκεί ένιωσα την ανάγκη για τσιγάρο.
Έψαξα πάνω μου.
Είχα.
Καθόλου φτηνά.
Ούτε και δικά μου.

Το καλοκαίρι μας χαιρέτισε με το χειρότερο τρόπο.
Κι εγώ που πάντα έλεγα πόσο μου άρεσαν οι αντιθέσεις, στη θέα της αντίθεσης της γαλλικής Άνοιξης με το εδώ καλοκαίρι, σιωπώ.

Κόβω βόλτες πάνω κάτω στα στενά.
Πετυχαίνω ζευγάρακια να χαίρονται.
"Μπράβο τους", σκέφτομαι, "αφού μπορούν ακόμη..."
Μετά θυμάμαι τα άλλα ζευγάρια που γνώρισα στο κείμενο της Μαρίας Χούκλη.
Και δε σκέφτομαι τίποτα.

Την πρώτη υποψία ότι μεγαλώνουμε άρχισα να την έχω το Νοέμβρη.
Τότε που έψαχνα στα φώτα της πόλης.
Τώρα παραλείπω τα τραγούδια με στίχους.
Ακούω μόνο μουσική.

Στη στάση βρίσκω πάλι τον Αλήτη.
Μόνιμα χωρίς τη Λαίδη του.
Έτσι, για να κάνουμε καλύτερα παρέα.
Που θα πάει, θα συνηθίσουμε.
Έτσι δεν είναι;

Παρασκευή, Ιουνίου 25, 2010

Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα;

Τάδε έφη η Αλκυόνη Παπαδάκη στο βιβλίο της "Οι Κάργιες":

"- Να είχα λέει, μιαν αγάπη σαν αλάνα… Να κυλιόμουνα μέσα της, να ‘κανα τούμπες, να ‘πλωνα την αρίδα μου να λιαζόμουνα… Να ‘ρχότανε τα όνειρά μου σαν τις κάργιες να φτεροκοπούν πάνω από το κεφάλι μου. Βαρέθηκα να χώνω τη ρημάδα την ψυχή μου στα ντουλάπια και να της κρεμώ αρωματικά σακουλάκια να μην τη φάει ο σκόρος. Βαρέθηκα να περπατώ με την πλάτη κολλημένη στα ντουβάρια, γιατί νιώθω γύρω μου τον θόρυβο από τα μαχαίρια που ακονίζονται. Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα; Μιαν αγάπη λέω σαν αλάνα. Ν’ απλώσω την αρίδα μου να λιαστώ."


Είναι πολύ, ρε σεις, αυτό που ονειρεύτηκα?

Τρίτη, Ιανουαρίου 05, 2010

Rien ne va plus

Όσο κι αν το ήθελα στις φετινές γιορτές ήτανε αδύνατο να συγκεντρωθώ στο -εσκεμμένα αγορασμένο- άρλεκιν Eclipse, τη συνέχεια της περιβόητης σειράς Twilight. Τι τα θες, δεν είμαι γι' αυτά... Πολύς πόνος, ρε παιδί μου. Και να 'λεγα πως υπήρχε λόγος σοβαρός;

Η κοπελίτσα λυσσάει για το emo-βαμπίρι. Και το βαμπίρι υποφέρει. Ανεξήγητα. Ανεξήγητα πολύ. Το 'βλεπα και στην ταινία κι αναρωτιόμουν αν είχε απωθημένα ο σκηνοθέτης. Διότι του παλικαριού (περί Robert Pattinson ο λόγος) του "φύτρωσε" μόνιμη -πια- ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια. Απ' τον πολύ πόνο.

Και από γέλιο; Ούτε κατά διάνοια. Η κοπελιά όχι μόνο δε χαμογέλασε, είχε και μακιγιάζ εκρού του νεκρού. Εκ των υστέρων κατάλαβα. Θα διάβασε το δεύτερο βιβλίο της σειράς, είδε πόση θλίψη την περιμένει κι είπε να γλιτώσει καμιά ρυτίδα συμφοράς κάνοντας εκπτώσεις σε γέλια και χαμογέλα. Εξ' άλλου ποιος ερωτευμένος γελάει; (sarcasm :P )

Είδε η Stephenie Meyer τί πουλάει στα σημερινά 15χρονα κοριτσάκια, το 'κανε βιβλίο, εισέπραξε. Κυρία.

Οπότε, έψαξα στη βιβλιοθήκη της μαμάς για κάποια διαφορετική προσέγγιση του έρωτα. Και για ακόμη μια φορά δε με απογοήτευσε. Ούτε η βιβλιοθήκη. Ούτε η μαμά Διότι "ψάρεψα" το βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου "Rien ne va plus". Κι απ' τις πρώτες σελίδες, ήταν κάτι διαφορετικό.

---

- Μ' αγαπάς; τον ρώτησα.
- Όσο τίποτα άλλο στον κόσμο.
- Μα εσύ δεν αγαπάς τίποτα.
- Γι' αυτό σ' αγαπώ.

---

Άναψε ένα τσιγάρο, κι άρχισε να διαβάζει.
Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι, με κοίταξε γελαστός.
-Rien ne va plus, μου είπε.
-Άλκη, δεν είναι όρος της ρουλέτας;
- Ναι. Φαίνεται μία φράση απειλητική, αλλά δεν είναι. Είναι η πιο κρίσιμη στιγμή του παιχνιδιού, γι΄αυτό δίνει αυτή την κοφτή αίσθηση, μια αίσθηση του τέλους.
-Τι θα πει ακριβώς;
-Είναι η στιγμή, στο παιχνίδι, που δε μπορείς να επηρεάσεις πια το μέλλον, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Τότε είναι που ακούγεται απ΄τον κρουπιέρη το περίφημο "Rien ne va plus". Ή χάνεις ή κερδίζεις ό,τι έχεις μιζάρει. Συνήθως χάνεις.
-Καμιά φορά όμως κερδίζεις, απάντησα.
-Όχι. Σπάνια. Η ρουλέτα είναι θανατηφόρα.

---

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2009

Η ταράτσα






Τ' απογεύματα της γλυκιάς μοναξιάς ,αν δεν αλήτευα πουθενά, άραζα στην ταράτσα...
Βολευόμουν με την πλάτη στον τοίχο, άπλωνα το ένα πόδι -για να είμαι άνετα-* και άφηνα τη δύση να με ταξιδεύει...
Καμία φορά -στα μεγάλα κέφια- κουβαλούσα την καρέκλα του σκηνοθέτη και το έπαιζα David Lynch στη δική μου ταινία...
Σ' αυτό βέβαια, βοηθούσε το μαγικό κόκκινο φίλτρο και ο έμφυτος παραλογισμός μου όταν τα πράγματα δυσκόλευαν...

29/06/2008



* Η αρχική φράση, είναι -με μικρές αλλαγές- δανεισμένη-εμπνευσμένη απ' το παρακάτω απόσπασμα απ' το βιβλίο της Νικόλ Ρούσσου, "Πες στη Μορφίνη, ακόμη την ψάχνω", Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

"Τ' απογεύματα, άμα δεν αλήτευα πουθενά, την άραζα στο πεζούλι της ταράτσας, βολευόμουνα με την πλάτη στον τοίχο απ' το δωματιάκι, άπλωνα το 'να πόδι να είμαι άνετα, και μαστούρωνα με τη δύση...
Μόλις έσκαγε το βραδάκι, ανάβανε τα φορτηγά τα φώτα τους και για να με ξεκουνήσεις από 'κει έπρεπε να ήσουν πολύ μάγκας..."

Τετάρτη, Αυγούστου 26, 2009

Τα δέντρα που κάποτε είχαν να δώσουν...


Αναρωτιέμαι τι θα συμβεί.
Αν καεί μέχρι και το τελευταίο δέντρο αυτής της χώρας.

Μετά τι άλλο θα απομείνει για κάψιμο?
Όταν το Δέντρο που κάποτε έδινε δε θα έχει τίποτε άλλο πια να δώσει...?
---

Το παρακάτω "παραμύθι" το βρήκα τυχαία στα ράφια μιας δανειστικής βιβλιοθήκης, πριν πολλά χρόνια. Τότε το θεωρούσα ένα παραμύθι με εξαιρετική εικονογράφηση. Τώρα ξέρω ότι είναι κάτι παραπάνω. Είναι μια αλήθεια...

---

"Το δέντρο που έδινε"
ΣΕΛ ΣΙΛΒΕΡΣΤΑΪΝ. Εκδόσεις "ΔΩΡΙΚΟΣ", Μετάφραση: ΧΑΪΔΩ ΣΚΑΠΕΤΖΗ

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μηλιά....

και αγαπούσε ένα αγοράκι.

Και κάθε μέρα το αγοράκι πήγαινε και μάζευε τα φύλλα της και τα έπλεκε στεφάνι κι έπαιζε το βασιλιά του δάσους.

Σκαρφάλωνε στον κορμό της κι έκανε κούνια στα κλαδιά της κι έτρωγε μήλα.

Παίζανε και κρυφτό

Κι όταν το αγόρι κουραζόταν, αποκοιμιόταν στον ίσκιο της.

Και το αγόρι αγαπούσε τη μηλιά...

πάρα πολύ.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα πέρασαν τα χρόνια.

Και το αγόρι μεγάλωσε.

Και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή.

Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στη μηλιά κι η μηλιά είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου, να φας μήλα και να παίξεις στον ίσκιο μου αποκάτω και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Είμαι μεγάλος πια για να σκαρφαλώνω και να παίζω», είπε το αγόρι. «Θέλω ν’ αγοράσω πράγματα και να καλοπεράσω. Θέλω λεφτά. Μπορείς να μου δώσεις λεφτά;»

«Λυπάμαι», είπε η μηλιά, «μα έχω εγώ δεν έχω λεφτά. Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, Αγόρι, και πούλησέ τα στην πόλη. Έτσι θα ‘χεις λεφτά και θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι σκαρφάλωσε στη μηλιά, μάζεψε τα μήλα της και τα πήρε μαζί του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί... και η μηλιά ήταν λυπημένη.

Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε κι η μηλιά τρεμούλιασε απ’ τη χαρά της κι είπε:

«Έλα αγόρι, έλα να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου και να ‘σαι ευτυχισμένο».

«Δεν έχω πια χρόνο να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι. «Θέλω ένα σπίτι που να δίνει ζεστασιά», είιπε. «Θέλω γυναίκα και παιδιά, και γι’αυτό χρειάζομαι ένα σπίτι. «Μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;»

«Εγώ δεν έχω σπίτι», είπε η μηλιά. «Σπίτι μου είναι το δάσος, μα μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι. Τότε θα ‘σαι ευτυχισμένο».

Κι έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και τα πήρε μαζί του για να χτίσει το σπίτι του.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί. Κι όταν γύρισε η μηλιά ήταν τόσο ευτυχισμένη που ούτε να μιλήσει καλά-καλά δεν μπορούσε.

«Έλα, Αγόρι», ψιθύρισε, «έλα να παίξεις»

«Είμαι πια πολύ γέρος και πολύ λυπημένος για να παίζω είπε το αγόρι. «Θέλω μια βάρκα να με πάρει μακριά. Μπορείς να μου δώσεις μια βάρκα;»

«Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα», είπε η μηλιά. «Έτσι θα μπορέσεις να φύγεις μακριά...και να ‘σαι ευτυχισμένο».

Και τότε το αγόρι έκοψε τον κορμό της έφτιαξε μια βάρκα κι έφυγε μακριά.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη...μα όχι πραγματικά.

Κι ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε.

«Λυπάμαι, Αγόρι», είπε η μηλιά, «μα δε μου απόμεινε τίποτα πια για να σου δώσω... Δεν έχω μήλα».

«Τα δόντια μου δεν είναι πια για μήλα», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κλαδιά», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να κάνεις κούνια...»

«Είμαι πολύ γέρος πια για να κάνω κούνια», είπε το αγόρι.

«Δεν έχω κορμό», είπε η μηλιά. «Δεν μπορείς να σκαρφαλώσεις...»

«Είμαι πολύ κουρασμένος πια για να σκαρφαλώνω», είπε το αγόρι.

«Λυπάμαι», αναστέναξε η μηλιά. «Μακάρι να μπορούσα να σου δώσω κάτι... μα δε μου απόμεινε τίποτα πια. Δεν είμαι παρά ένα γέρικο κούτσουρο. Λυπάμαι...»

«Δε θέλω και πολλά τώρα πια», είπε το αγόρι, «μονάχα ένα ήσυχο μέρος να κάτσω και να ξαποστάσω. Είμαι πολύ κουρασμένος».

«Τότε», είπε η μηλιά, κι ίσιωσε τον κορμό της, «τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ό,τι πρέπει να κάτσεις και να ξαποστάσεις. Έλα, Αγόρι, κάτσε. Κάτσε και ξεκουράσου».

Και το αγόρι έκατσε και ξεκουράστηκε.

Κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.

Κυριακή, Μαΐου 24, 2009

Fahrenheit 451 (1966)


Η πρώτη ταινία του François Truffaut που είδα ήταν τα 400 χτυπήματα (Les quatres cents coups(1959)) και κρίνοντας απ' την τόσο θετική εντύπωση που μου έκανε, πάντα σκεφτόμουν πως θα ήθελα να δω άλλη μια ταινία αυτού του μεγάλου Γάλλου σκηνοθέτη - σεναριογράφου. Είναι μεγάλη η αγάπη μου για το γαλλικό ρεαλισμό και βλέποντας αυτή την ταινία και τον τρόπο με τον οποίο σκηνοθετήθηκε ο μικρός Antoine(Jean-Pierre Léaud) ενθουσιάστηκα. Ακόμη δε μπορώ να ξεχάσω το βλέμμα του στην εξαιρετική τελευταία σκηνή στη θάλασσα...

Εντελώς τυχαία, λοιπόν, βρέθηκε στα χέρια μου η ταινία Fahrenheit 451 και αποφάσισα χτες να διαπιστώσω αν οι σκηνοθετικές και σεναριακές ικανότητες του Truffaut ήταν το ίδιο συναρπαστικές 7 χρόνια μετά τα 400 χτυπήματα.

Με περίμενε, σαφέστατα μια έκπληξη! Μη γνωρίζοντας την υπόθεση, δεν ήξερα πως θα μεταφερθώ σε ένα υποθετικό μέλλον όπου έργο των -ατυχώς μεταφρασμένων στα ελληνικά- πυροσβεστών είναι όχι η κατάσβεση, αλλά η παράδοση στις φλόγες. Των βιβλίων. Πάσης φύσεως βιβλίων. (Στα αγγλικά χρησιμοποιήθηκε ο όρος fireman, σαφέστατα πιο δόκιμος απ' τον δικό μας). Γιατί? Γιατί, συμφωνα με την ... τετράγωνη λογική των μελλοντικών αρχών μέσω των βιβλίων οι άνθρωποι γίνονται όλο και περισσότερο δυστυχισμένοι, φορτίζονται με συναισθήματα για μη υπαρκτούς ήρωες. Οι firemen, λοιπόν, εκτελούν το εξής "έργο": εντοπίζουν τα σπίτια που έχουν κρυμμένα βιβλια, για τα οποία έχει προηγηθεί χαφιέδικη καταγγελία απ' τους γείτονες, ορμάνε μέσα, βρίσκουν τα βιβλία, τα βάζουν σε πυροστιά και μετά έρχεται η ώρα του φλογοβόλου. Τι γίνεται, όμως, όταν ένας fireman μπαίνει στον πειρασμό να διαβάσει ένα από τα βιβλία που προορίζονταν για κάψιμο?

Υποθέτω πως ο κύριος Ray Bradbury, ο συγγραφέας του βιβλίου (γιατί σε βιβλίο βασίζεται η ταινία) ήταν πολλά χρόνια μπροστά το 1953, τότε που εκδιδόταν το βιβλίο. Το περίεργο είναι πως η κοινωνία που παρουσίασε δεν απέχει και τόσο πολύ απ' τη δική μας, καθώς παρουσιάζει τα άτομα που ουδεμία επαφή εχουν με τα βιβλία να βρίσκονται καθηλωμένα μπροστά σε μια τεράστια τηλεόραση, ιδιαίτερα επηρρεπείς στην αποχαύνωση που προκαλεί η υπερβολική της χρήση. Απ' τη μία μεριά βρίσκονται τα μυαλά που "καίγονται" κατά μία έννοια και απ΄την άλλη βρίσκονται τα βιβλία που καίγονται. Επαληθεύεται η γνωστή φράση του Τόμας Μαν "Εκεί που καίνε βιβλία, μία μέρα θα καίνε ανθρώπους". Οι άνθρωποι αυτής της κοινωνίας είναι όντως προσωπικότητες που έχουν αφεθεί στις φλόγες της απραξίας, που χρησιμοποιούν διεγερτικά χάπια για να νιώσουν ακόμη και το παραμικρό γιατί στην πραγματικότητα έχουν ξεχάσει να αισθάνονται...

Δύσκολο κάποιος βιβλιοφάγος να μείνει ασυγκίνητος στο -έστω και κινηματογραφικό- κάψιμο τόσων πολλών αγαπημένων βιβλίων... Στις σκηνές, μάλιστα, κατά τις οποίες ο φακός επικεντρώνεται σε αυτό, η λήψη γίνεται με εξαιρετικό τρόπο, τόσο που ξεχνάς ότι είναι βιβλία αυτά που καίγονται και φτάνεις σε σημείο να θαυμάσεις τα αποτελέσματα της καύσης στο χαρτί, ενώ παράλληλα ακούγονται τα λόγια του Πύραρχου που ηδονίζεται βλέποντας τα να γίνονται στάχτη.

Η μουσική της ταινίας αρκετά ταιριαστή, μεταδίδει την αναγκαία νευρικότητα. Πολύ καλός ο πρωταγωνιστής Oskar Werner. Επίσης, οι τίτλοι έναρξης με τις στοιχειοκεραίες θα εκτιμηθούν ιδιαίτερα από τηλεπικοινωνιακούς μηχανικούς!!! Αν αξίζει τόσο πολύ η ταινία, θα ήθελα πραγματικά να δω το πόσο αξίζει το βιβλίο!

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 27, 2009

Ο Ερωτευμένος

Μια υπέροχη ιστορία (L' amoureux) με εξαιρετική εικονογράφηση απ' την ίδια τη συγγραφέα, τη Ρεμπέκα Ντοτρεμέρ. Μου τη χάρισε μια φίλη μου, πριν ένα χρόνο περίπου, και δεν έχει πολύ καιρό που η εικονογράφησή του βιβλίου έχει γίνει μέρος της διακόσμησης του σπιτιού μου!


"Ήταν μια φορά ο Ερνέστος, το μικρό αγόρι που του άρεσε πολύ να είναι ο φίλος (και το πειραχτήρι) των κοριτσιών... και ιδίως της Σαλώμης.


Και ήταν κι η Σαλώμη, το μικρό κορίτσι που μαρτύρησε στη μαμά του όλα όσα της είχε κάνει ο Ερνέστος.

Όλα –που της τραβούσε τα μαλλιά, της άρπαζε την κουκούλα, της έβγαζε τα γυαλιά
επίτηδες...


Τότε η μαμά είπε ότι ο Ερνέστος το δίχως άλλο ήθελε να παίξει με τη Σαλώμη, αλλά δεν ήξερε πώς να της το ζητήσει. Και η μαμά είπε επίσης, ότι χωρίς αμφιβολία, ο Ερνέστος ήταν ερωτευμένος, με τη Σαλώμη..

Στο σχολείο η Παυλίνα ρώτησε - Ερωτευμένος με την Σαλώμη! Τι είναι ερωτευμένος;

Ούτε η Σαλώμη ήξερε τι είναι αυτός ο ρωτευμένος

Ο Άβελ, πάλι, ήξερε ότι πέφτεις.
Πέφτεις ξερός από έρωτα.

Η Σαλώμη έπεφτε συχνά από το ποδήλατο και ξεραινόταν από τον πόνο, από έρωτα όμως ποτέ!


Οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια! είπε ο Στέφανος.
Α ναι!
Για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες;
Με ωραία φορέματα;
Σπαθιά;
Βασιλιάδες, βασιλοπούλες;
Και δράκους;
Τότε οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα ψέματα; ρώτησε η Σαλώμη

Η Ιουστίνη πίστευε ότι είμαστε ερωτευμένοι επειδή είμαστε λυπημένοι…ή όταν είμαστε ντροπαλοί... ή μάλλον αν είμαστε κόκκινοι σαν παντζάρια. Όταν είμαστε υπνωτισμένοι!

Τελικά η Σαλώμη κατάλαβε ότι όταν είμαστε ερωτευμένοι, είμαστε τρελούτσικοι!

Η μικρή Νίνα είχε ακούσει να μιλούν για έρωτα κεραυνοβόλο
Ερωτευμένος είναι φωτιά!
Καίει;
Σαν αστραπή!

Είναι καταιγίδα;
Βρέχει λοιπόν;

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι είναι καλύτερα να έχεις ομπρέλα για να είσαι ερωτευμένος!

Αλλά ο Αριστείδης είπε ότι ερωτευμένος είναι κάτι στην καρδιά.
Θέλεις να πεις ότι έχεις ταχυπαλμίες;
Και πυρετό επίσης;
Είσαι χάλια;
Είμαστε άρρωστοι;

Αχ, πόσο κουραστικό είναι να είσαι ερωτευμένος! αναστέναξε η Σαλώμη.

Πρέπει να είμαστε δυο για να είμαστε ερωτευμένοι! είπε με σιγουριά ο Άγγελος.
Μόνοι μας γίνεται;
Ή τρεις;
Ή τέσσερις;
Χα χα! Όλοι ερωτευμένοι!

Λοιπόν, θα ήταν καλύτερα να είμαστε πόσοι τελικά; αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

Η Ζέλια η ψηλή ήξερε ότι ερωτευμένος είναι για να παντρευτείς, υποχρεωτικά.
Είναι για τους κυρίους.
Και για τις κυρίες!
Για τους γονείς!
Όχι για τους μικρούς!

Τότε πρέπει να είσαι μεγάλος για να είσαι ερωτευμένος! πρόσθεσε η Σαλώμη.

Πφφφφ! Ερωτευμένος δε σου συμβαίνει ποτέ, αναστέναξε ο Μάριος.
Φυσικά και συμβαίνει. Πάντα!
Και για πάντα!
Ή για πέντε λεπτά;
Για μια ζωή!

Ωωωωω… σαν πολύ δεν είναι; ξεφύσησε η Σαλώμη

Ερωτευμένος είναι πολύ σημαντικό! ανακοίνωσε ο Θωμάς (ο μεγάλος)
Είναι για τη δασκάλα.
Για την καλύτερη σου φίλη!
Μόνο για τα κορίτσια, λοιπόν;
Όχι βέβαια!

Όχι! Είναι
μόνο για τα αγόρια! φώναξε η Σαλώμη.


Η Αιμιλία γέλασε γιατί πρέπει να φιλιόμαστε όταν είμαστε ερωτευμένοι!
Να πιανόμαστε χέρι χέρι!
Ερωτευμένοι είναι να κάνεις μωρά!

Δε θα έπρεπε να είσαι
τσιτσίδι, μήπως, για να κάνεις τον ερωτευμένο; αναρωτήθηκε η Σαλώμη


Ερωτευμένος;
Είναι σαν όνειρο! είπε ο Θωμάς (ο μικρός)
Πετάμε στον ουρανό!
Με λουλούδια..
Αιωρούμαστε! Βζινννννννν!

Και η Σαλώμη συμπέρανε ότι είσαι άγγελος όταν είσαι ερωτευμένος.

Αλλά όταν ο Ερνέστος (ο ερωτευμένος) γύρισε για να σπρώξει την Σαλώμη πολύ δυνατά ακόμα μια φορά, όταν κλότσησε την τσάντα της και ποδοπάτησε το παλτό της, επίτηδες
Κανείς δεν είπε πια τίποτα!

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι δεν ήξεραν τίποτα για τους ερωτευμένους όλοι αυτοί!"

Τρίτη, Δεκεμβρίου 16, 2008

«Ο λόφος με τις παπαρούνες», του Στρατή Μυριβήλη


[απόσπασμα απ' το βιβλίο "Η Ζωή Εν Τάφω"]

Είναι και μια μέρα χαρούμενη μέσα στις άσκημες μέρες της πορείας. Μια μέρα
γαλάζια και κόκκινη, με ανοιξιάτικο ουρανό, γεμάτη μαβιά μάτια, κόκκινα
αγριολούλουδα και αργά μελαγχολικά τραγούδια.
Ήταν ένας λόφος άλικος από τις παπαρούνες. Ξεκουραζόταν ένα ρούσικο
σύνταγμα, που τραβούσε κι αυτό για το μέτωπο. Εκεί μας σταματήσανε κι εμάς. Είχε
νερό μπόλικο και πρασινάδα εκεί δίπλα. Στήσαμε πυραμίδες τα όπλα και φάγαμε
κοντά τους. Μας σίμωσαν κάτι μεγαλόσωμα παλικάρια με τριανταφυλλιά μάγουλα, με
χοντρές μπότες και μπλούζες παιδιάτικες δίχως κουμπιά. Τα πηλίκιά τους είχαν
κεραμίδι στενούτσικο.
- Γκίρτς;
- Γκίρτς.
- Κριστιάν;
- Κριστιάν.
- Ορτοντόξ;
- Ορτοντόξ.
Μας δεχτήκανε με χαρές σχεδόν παιδιάτικες. Γελούσανε, και μεις γελούσαμε, μας
χάριζαν κονσέρβες, σουγιάδες. Με τα μεγάλα τους χέρια μας χτυπούνε στην πλάτη.
Τραβούσανε και μας δείχναν από την τραχηλιά τους χρυσά, σεντεφένια
σταυρουδάκια και φυλαχτάρια κρεμασμένα με αλυσιδίτσες. Σταυροκοπιόντανε με τον
ορθόδοξο τρόπο.
- Κριστιάν! Κριστιάν!
Φάγαμε μαζί, κουβεντιάσαμε ώρες δίχως να καταλαβαίνει γρι ο ένας απ’ τη
γλώσσα τ’ αλλουνού. Όμως συνεννοηθήκαμε περίφημα. Η αγάπη κι η όχτρα έχουνε
διεθνή γλώσσα.
Βρήκα κι ένα νεότατον αξιωματικό, λεπτοκαμωμένο σαν κορίτσι, με μεγάλα
γυαλιά και γελαζούμενα χείλη, που θυμόταν απ’ το σκολειό του μερικά αρχαία, τσάτρα-
πάτρα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά σαν του καλαμποκιού, είχε κι ένα χρυσό μουστακάκι.
- Ημείς ρούσιαν λίαν Έλληνες αγαπώμεθαν! Οδησσόν λίαν Έλληνες! Λίαν!
Πήρε ύφος και μου απάγγειλε κάτι αλαμπουρνέζικα, που, όπως με βεβαίωσε ήταν
Όμηρος από το πρωτότυπο. Κατόπι κάμανε μια μεγάλη χορωδία και μας τραγούδησαν
λαϊκά τραγούδια. Καμπόσοι τα κομπανιάριζαν με κάτι μακριές μπαλαλάικες που τις
σήκωναν στη ράχη σταυρωτά με το ντουφέκι τους. Δεν κατάλαβα τα λόγια των
τραγουδιών, μα σίγουρα θα μιλούσαν για ένα δάσος χιονισμένο, για ένα χωριό
χιονισμένο, που οι μπουχαρίδες των καλυβιών του θυμιάζουνε γαλάζιον καπνό μέσα
στον παγωμένον αγέρα. Ξανθιές γυναίκες με χοντρές πλεξούδες κάθουνται πίσω απ’ τα
κλειστά τους τζάμια, με το λευκό κούτελο ακουμπισμένο στο γυαλί. Σκουπίζουν αργά
με το δάχτυλό τ’ αχνισμένο τζάμι και βλέπουνε στα χαμένα, μακριά, μακριά, το ρούσικο
κάμπο που δεν τελειώνει παρά στα ουρανοθέμελα, Μέσα στην απέραντη πλατωσιά, ένα
μονοπάτι χαραγμένο στο χιόνι από τα έλκηθρα. Ένα μονοπάτι που πήρε τα παλικάρια
του χωριού και τα πήγε μακριά, μακριά, πέρα από τα σταχτιά ουρανοθέμελα. Ίσως και
πέρα απ’ τη ζωή.
Οι μορφές των τραγουδιστάδων ήταν σοβαρές, τα παιδιάτικά τους τα σλάβικα
μάτια βούρκωναν. Σαν τέλειωσαν το τραγούδι μείναμε πολλήν ώρα ακίνητοι μαζί τους,
ταξιδεύοντας πάνω στα φτερά της μουσικής, που ενώνει τις καρδιές, γιατ’ είν’ η
γλώσσα τους η πανανθρώπινη.
Σαν κάμαμε τις τετράδες για να φύγουμε, οι ρούσοι βάλανε παπαρούνες μέσα
στις μπούκες των τουφεκιών μας. Ήτανε σαν μια παράξενη λιτανεία με ατσαλένιες
λαμπάδες, που στην κορφή τους άναβε η πιο χαρούμενη φλόγα.
- Αντίο! Αντίο!
Ο πολύ νέος αξιωματικός πετά το καπέλο του, λυγερός, σχεδόν διάφανος μέσα
στο φως.
- Χαίρε, λίαν, Έλληνες! Χαίρε!
Πόση αγάπη υπάρχει στον κόσμο! Άφθονη σαν ποτάμι που χύνεται μέσα σ’ έναν
κάμπο. Ανθισμένη σαν ένας λόφος κόκκινος από τις παπαρούνες, που σε φωνάζουνε να
τις κόψεις. Δεν έχεις παρά να σκύψεις να τις κόψεις.