Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, Ιουνίου 27, 2011

The marriage of Heaven and Hell

Βραδιές με ποτό, τσιγάρο και Jim Jarmusch.
Βραδιές απλές. Δωρικές. Απέριττες.



The ancient tradition that the world will be consumed in fire at the end of six thousand years is true, as I have heard from Hell.
For the cherub with his flaming sword is hereby commanded to leave his guard at the tree of life, and when he does, the whole creation will be consumed and appear infinite and holy whereas it now appears finite & corrupt.
This will come to pass by an improvement of sensual enjoyment.
But first the notion that man has a body distinct from his soul is to be expunged; this I shall do, by printing in the infernal method, by corrosives, which in Hell are salutary and medicinal, melting apparent surfaces away, and displaying the infinite which was hid.
If the doors of perception were cleansed every thing would appear to man as it is, infinite.
For man has closed himself up, till he sees all things thro' narow chinks of his cavern.


A Memorable Fancy 
The marriage of Heaven and Hell
by William Blake

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 22, 2010

A thousand kisses deep...

Σάββατο, Δεκεμβρίου 26, 2009

Τη μέρα που γιόρταζαν τα γενέθλιά μου...

Μιας και είχα γενέθλια την προηγούμενη βδομάδα....
Κρίμα που δε μπόρεσα να βρω μια μετάφραση της προκοπής στα ελληνικά...
Επίσης ελπίζω τα πράγματα να στρώσουν γιατί οι φετινές γιορτές μοιάζουν σκηνοθετημένες απ΄τον Tim Burton το ελάχιστο.
Με τη διαφορά ότι αυτή τη φορά δε μ΄αρέσει η σκηνοθεσία...
Πραγματικά, και μη χειρότερα.

"Birthday"

Back when people celebrated my birthday,
I was happy and no one was dead.
In the ancient house, even my birthday was an ancient tradition many centuries old,
And everyone's joy, and mine, was as sure as a religion.


Back when my birthday was celebrated,
I was healthy not to understand anything,
To be intelligent only in the family circle,
And not to share other people's hopes for me.
When I started having hopes, I no longer knew how to have them.
When I started to look at life, I had lost the meaning of life.


Yes, all that I supposedly was to myself,
What I was at heart and blood-wise.
What I was during semi-province evenings,
What I was as someone who was loved and a small boy,
What I was ? o God! What only now I know that I was...
It's so far away!...
(Not so much...)
The days when my birthday was celebrated!


What I am today is like the humidity in the corridor at the end of the house,
Like mould growing on walls...
What I am today (and the house of those who loved me trembles through my tears),
What I am today is the fact they have sold the house,
That they've all died,
That I have survived myself like a match gone cold...


When my birthday was celebrated...
Is like a beloved to me, like a person from those days!
A physical desire of the soul to find itself there again,
Through a metaphysical and carnal voyage,
With a duality between myself and I...
To eat the past like one starved eats bread, with no time for butter
Between one's teeth!


Once more I see everything with such clarity that I'm blinded to what's here now...
The table set with more places, better designs on the tableware, more glasses,
The sideboard with lots of things - sweets, fruits, the rest in the shadows under the dry-room -,
The old aunts, the different cousins, and it was all for my sake,
Back then, when my birthday was celebrated...


Stop, heart of mine!
Don't think! Leave the thinking in your head!
O my God, my God, my God!
Today I no longer have birthdays.
I last.
Days are added to me.
I'll be old when I am.
Nothing more.
Rage at not having brought the past with me, stolen in my pocket!...


The days when my birthday was celebrated!...


Álvaro de Campos,
aka Fernando Pessoa

Το εκτόπισμα

Όπως γκρεμίστηκε
ακόμα εκεί είναι.
Όγκους λάσπη κοτρόνες
κονιορτό
εκεί τα παράτησα
στη μέση του στενού διαδρόμου
απ' όπου υποχρεωτικά περνώ
για να βγω έξω
ή να σπρωχτώ πιο μέσα.
Βουνό τα γκρεμίδια.

Αναρωτιέμαι
τόσο μεγάλη ήταν αυτή η ιστορία;

Αντίθετα
η ελαχιστότητα μιας ιστορίας
είναι που σωριάζει τόσον όγκο λύπης.

Και χάρη σ' αυτή τη δυσαναλογία
σώζεται το κύρος του ακατανόητου.

Κική Δημουλά

Πέμπτη, Νοεμβρίου 19, 2009

Αν ο Tom Waits ήταν ποιητής θα έγραφε σαν τον Charles Bukowski

...και αν ο Charles Bukowski ήταν τραγουδιστής θα τραγουδούσε σαν τον Tom Waits

και γαμώ τα ζευγάρια


ήμασταν μονίμως άφραγκοι, μαζεύοντας τις εφημερίδες της Κυριακής από τους
σκουπιδοτενεκέδες της Δευτέρας (και μαζί τα επιστρεφόμενα μπουκάλια
από τ' αναψυκτικά).
μονίμως μάς έκαναν έξωση απ' το παλιό μας σπίτι
μα σε κάθε νέο διαμέρισμα θα ξεκινούσαμε μια καινούρια ζωή,
μονίμως τραγικά καθυστερημένοι στο νοίκι, το ραδιόφωνο
να παίζει θαρραλέα στο σπαραγμένο ηλιοβασίλεμα, ζούσαμε σαν εκατομμυριούχοι, σαν να 'τανε ευλογημένες οι ζωές μας, και αγαπούσα τα ψηλοτάκουνα παπούτσια της
και τα σέξι φορέματά της, κι ακόμη τον τρόπο της να γελάει μαζί μου
έτσι που καθόμουνα με τη σχισμένη μου φανέλα στολισμένη με
τρύπες απ' τα τσιγάρα: ήμασταν φοβερό ζευγάρι, η Τζέην κι εγώ, αστράφταμε μες
στην τραγωδία της φτώχιας μας σαν να ήταν αστείο, σαν να μη
μας ένοιαζε και δεν μας ένοιαζε μας έπνιγε μες στον λαιμό κι εμείς
πεθαίναμε στα γέλια.

λέγανε αργότερα πως
ποτέ δεν είχαν ακούσει να τραγουδάνε τόσο άγρια, να τραγουδάνε τόσο χαρούμενα
τα παλιά τραγούδια
και ποτέ
να ουρλιάζουνε τόσο και να βλαστημάνε
να σπάνε τα γυαλικά
τρέλα
οχυρωμένοι για τη σπιτονοικοκυρά και την αστυνομία (ήμασταν εξάλλου έμπειροι επαγγελματίες) να ξυπνάμε το πρωί με τον καναπέ, τις καρέκλες και την τουαλέτα
σπρωγμένα μπροστά στην
πόρτα.

μόλις ξυπνάγαμε
έλεγα πάντοτε: προηγούνται οι κυρίες

κι η Τζέην θα έτρεχε στο μπάνιο για λίγα λεπτά κι ύστερα
θα ήταν η σειρά μου και

ύστερα, πίσω στο κρεβάτι, ν' αναπνέουμε κι οι δύο ήρεμα, ν' αναρωτιόμαστε
ποια
καταστροφή θα μας φέρει η νέα μέρα, να αισθανόμαστε παγιδευμένοι, πεθαμένοι,
ηλίθιοι, απελπισμένοι, να αισθανόμαστε ότι έχουμε ξοδέψει και την έσχατη τύχη μας,
βέβαιοι ότι τελικά δεν έχουμε
ούτε την ελάχιστη τύχη με το μέρος μας.

μπορεί να πιάσει βαθιές ρίζες η μελαγχολία όταν κάθε πρωί βρίσκεσαι αμέσως με την πλάτη στον τοίχο μα πάντα καταφέρναμε να βρούμε τρόπο και να τα βγάλουμε πέρα με όλα αυτά.

συνήθως μετά από 10 ή 15 λεπτά η Τζέην θα έλεγε
σκατά! κι εγώ θα έλεγα
ναι!
κι ύστερα, άφραγκοι και χωρίς καμία ελπίδα θα βρίσκαμε έναν τρόπο για να
συνεχίσουμε, κι ύστερα με κάποιον τρόπο θα τα καταφέρναμε.

η αγάπη έχει τους πολλούς παράξενους δρόμους της.

barfly


η Τζέην, που είναι πεθαμένη εδώ και 31 χρόνια,
δεν θα μπορούσε ποτέ
να φανταστεί ότι θα έγραφα ένα σενάριο για τις μέρες
που πίναμε μαζί
και
ότι θα γινότανε ταινία
και
ότι μια όμορφη ηθοποιός θα έπαιζε τον δικό της
ρόλο.

μπορώ ν΄ ακούσω την Τζέην τώρα: ?Μια όμορφη ηθοποιός; μα,
για όνομα του Θεού!?

Τζέην, έτσι είναι οι σώου μπίζνες, γι' αυτό πήγαινε,
αγαπημένη μου, πάλι να κοιμηθείς, γιατί
όσο σκληρά κι αν προσπαθήσουνε
δεν θα μπορέσουνε να βρουν καμία ακριβώς σαν
εσένα

κι ούτε κι εγώ
θα μπορέσω.




And so a secret kiss
Brings madness with the bliss
And I will think of this
When I'm dead in my grave
Set me adrift and I'm lost over there
And I must be insane
To go skating on your name
And by tracing it twice
I fell through the ice
Of Alice
There's only Alice

Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2009

Promenade près de la Seine

" [...] πὼς τὴ μοίρα μου ἀκόμα ἔχω ἀνταμώσει
γυρίζοντας στοὺς δρόμους σου, Παρίσι . . ."
Μαρία Πολυδούρη
Παρίσι


Τρίτη, Αυγούστου 11, 2009

Διαπιστώσεις

Κοίτα να δεις πως καταντήσαμε. Έπρεπε να περιμένω να μου το πει ο φίλος των διακοπών, που με βλέπει τρεις ώσεις του χρόνου: Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι.

Με κοίταξε καλά καλά (είχε μήνες να με δει) και μου 'πε:
"Μαλάκα, περίεργος μου φαίνεσαι. Εσύ δεν ήσουν έτσι."

Το παίξα άνετος και μάγκας. Τι να 'κανα; Να παραδεχτώ ότι έχω καταντήσει; Φταίνε τα ξενύχτια, του λέω. Με κοίταξε με δυσπιστία. Ούτε εμένα δε μπορούσα να κοροϊδέψω πια. Θα τα κατάφερνα με τους άλλους; Έχω γίνει ο χειρότερος Πινόκιο του είδους.

Εκείνος δε μίλησε. Τι να πει; Αφού μ' έβλεπε. Ήξερε. Με κοίταξε με κατανόηση. Για μια στιγμή φοβήθηκα μη δω οίκτο στα μάτια του, αλλά ευτυχώς το έσωσε τελευταία στιγμή. Το τελευταίο που θα θελα ήταν να με λυπούνται.

Όταν πήγε η ώρα 12 παρά την κοπάνησα -Λούης κανονικότατα- με την κλασική πια δικαιολογία, ότι μετά τις 12 λύνονται τα μάγια και γίνομαι βάτραχος. Οι Άλλοι γέλασαν. Νόμιζαν πως είναι κομμάτι του αιώνιου χιούμορ μου. Δεν είχαν προσέξει ότι ακόμη και το σχήμα του σώματός μου κόντευε να γίνει ερωτηματικό -γαλλικό.

Φυσικά δεν πήγα σπίτι. Δε με χωρούσε ο τόπος. Γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα μες τη σκονισμένη πόλη μέχρι που πρήστηκαν τα πόδια μου. Πήγαινα απόμερα μην πετύχω κανένα γνωστό και ρεζιλευτούμε, τρομάρα μου. Θα μου πεις, τι μ' ένοιαζε; Λογαριασμό θα 'δινα; Είναι αυτά τα κατάλοιπα του να ζεις σε μικρή επαρχιακή πόλη, ότι όλοι για σένα θα μιλήσουν, θα σε σχολιάσουν, κάτι θα βρουν να πουν.

Με τα πολλά έφτασα σε απόσταση ασφαλείας (μη μας πάρουν και τα "σκάγια") από ένα κλασικό σπίτι-γιάφκα των τζάνκι της περιοχής. Ησυχία. Απ' ότι φαίνεται οι περισσότεροι αποδήμησαν εις Κύριον, ή όπου αλλού γουστάρουν να πάνε τα ανθρώπινα πνεύματα όταν ελευθερωθούν. Τουλάχιστον αυτοί ήταν ελεύθεροι. Αλλά με τι τίμημα. Κάθισα σ' ένα πεζούλι κι έστριψα τσιγάρο.

Μετά τις πρώτες τζούρες σα να κάλμαρα. Αλλά, μες τον καπνό άρχισαν να οπτικοποιούνται οι προβληματισμοί μου. Σιγά σιγά αναδύονταν μέσα απ' αυτόν, μικροί στην αρχή, αλλά όσο περνούσε η ώρα ξεδιπλώνονταν. Με κάλυπταν. Δε μπορούσα ν' αναπνεύσω.

Δεν είμαι πια μαθητής. Δεν είμαι πια ο πρωτοετής φοιτητής που όταν έφυγε απ' το σπίτι του έγινε ανεξάρτητος- με τη βοήθεια των γονιών βεβαίως, βεβαίως. Αυτόματα με διορθώνω: "ένιωσε ανεξάρτητος". Έφτασα σ' ένα κομβικό σημείο πια. Ο αρχηγός στο κουκλοθέατρο. Πρέπει να κινήσω τα νήματα. Τα νήματά μου. Μας πέσανε πολλές οι ευθύνες, φίλε, κι είναι καλοκαίρι ακόμη. Κι ο Αύγουστος είναι ο μήνας με τις μεγάλες μνήμες*. Η πίεση που μου ασκείται είναι όλη δική μου. Δημιούργημά μου. Και τα όρια μου είναι δικό μου κατασκεύασμα πια. Θα τα πάω ψηλά. Πέρα από εκεί που μπορώ. Να χωράει και όνειρα. Να είσαι σίγουρος.

Πετάω το τσιγάρο. Δε με βοηθάει να σκέφτομαι ξεκάθαρα. Κουνάω απότομα το χέρι να ξεδιαλύνω και την τελευταία υποψία καπνού. Ήδη νιώθω καλύτερα. Ξέρω και δεν ξέρω. Ξέρω πως θα προσπαθήσω. Όσο και όπως μπορώ. Αλλά κάτι αγνοώ...

Αυτόματα που έρχεται στο μυαλό ο στίχος του Ελύτη:
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει . . .**

Σιγοψιθυρίζω πολλές φορές το στίχο στο δρόμο για το σπίτι...




* στίχος του Γιώργου Ανδρέου απ' το τραγούδι Άγιος ο Έρωτας
** στίχος απ' το ποίημα "Ακίνδυνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου" του Οδυσσέα Ελύτη και την ποιητική συλλογή τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991)

Κυριακή, Ιουλίου 05, 2009

William George Allum

Αγαπημένος Καββαδίας...
Καλό μήνα...


William George Allum


Εγνώρισα κάποια φορά σ' ένα καράβι ξένο
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.

Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ' το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.

Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...

Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.

Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.

Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές...
Του κάκου· γνώριζεν αυτός - καθώς το ξέρουμ' όλοι -
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές...

Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ' ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει"
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.



Δευτέρα, Μαΐου 25, 2009

Αϋπνία

Ησυχία. Παίρνω το βλέμμα μου απ’ το σταματημένο ρολόι, το στρέφω τυχαία μες το δωμάτιο. Παρατηρώ το ταβάνι μέχρι ν’ αρχίσει να μου κάνει εντύπωση η υφή του. Παρακμή. Αφήνω τη ματιά μου να χρονοτριβεί στο ανοιχτό παράθυρο. Το μισάνοιχτο παντζούρι αφήνει να μπει μες το σπίτι δροσιά και φως. Σαφέστατο φως.

«Ξημέρωσε!», λέω στον εαυτό μου. Όχι νοερά. Μονολογώ.

Ακόμη και χωρίς τις σαφείς δηλώσεις του φωτός, το κελάηδισμα των πουλιών μαρτυρεί την αυγή. Αμέσως έρχεται στο μυαλό μου ο στίχος του Σεφέρη:

«Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες»

Με τη διαφορά πως είναι τα σπουργίτια που κελαηδούν εδώ. Και κάτι ακόμη. Στην πόλη θα ευχόμουν η στέρηση του ύπνου να προκαλείται απ’ το τραγούδι των πουλιών. Συνήθως, προκαλείται από άλλους, λιγότερο μελωδικούς ήχους. Ή –ακόμη χειρότερα- από καθόλου μελωδικές σκέψεις.

Νομίζω πως τα λεπτά κυλάνε. Λέω «νομίζω» γιατί όλα τα ρολόγια του σπιτιού μου είναι σταματημένα. Καταλαβαίνω πως η ώρα περνάει απ’ τα αυτοκίνητα που άρχισαν αν κινούνται στο δρόμο. Δεν ακούγονται πια τα πουλιά. Μόνο η αγχωμένη οδήγηση κάποιων που ονειρεύονται τις νύχτες αυτοκίνητα χωρίς φρένα. Μόνο γκάζι και κόρνα.

Ψάχνω για κάτι που να λέει την ώρα. Εδώ μέσα τα μόνα που μπορούν να πουν την ώρα είναι το εξωτερικό φως και ο υπολογιστής μου. Απ’ τη γειτονιά περνάει που και που μια τσιγγάνα που λέει τη μοίρα. Η μοίρα, όμως, δεν είναι ώρα. Η ώρα ίσως να είναι μοίρα. Οι ώρες. Σκέφτομαι πως ο Ιονέσκο θα ήταν περήφανος για μένα. Άξιο τέκνο του. Αφήνω τους παραλογισμούς και ψάχνω για ένα ρολόι που να λέει την αλήθεια.

6:37. «Τι ωραίος αριθμός!», λέω στον εαυτό μου. Νοερά αυτή τη φορά. Θα προτιμούσα να είναι 7:37. Όλοι πρώτοι αριθμοί. Ρίχνω μια ματιά στο ανοιχτό βιβλίο του Μπουκόφσκι. Ώρες πριν θυμάμαι πως είχα σκαλώσει σε κάποιους στίχους του.

«Σκεπάζουν με σάρκα τα κόκαλα,

Βάζουν μέσα κανένα μυαλό,

Καμιά ψυχή, κάπου-κάπου,

Κι έτσι οι γυναίκες πετάνε

Τα βάζα στους τοίχους,

Κι οι άντρες πίνουν

Σαν τρελοί,

Κι όλοι ψάχνουν

Αυτόν τον ένα που τους αναλογεί

Και κανείς δεν τον βρίσκει,

Μα συνεχίζουν

Να ψάχνουν

Σκαρφαλώνοντας από κρεβάτι σε κρεβάτι.


Δεν υπάρχει ελπίδα:

Κολλήσαμε όλοι μας στην ίδια μοίρα.


Γεμίζουν οι χωματερές,

Γεμίζουν οι μάντρες.

Γεμίζουν τα τρελάδικα, γεμίζουν τα νοσοκομεία,

Τα νεκροταφεία


Τίποτε άλλο, όμως, δε γεμίζει»

Λέει :

«Δεν υπάρχει ελπίδα:

Κολλήσαμε όλοι μας στην ίδια μοίρα.»

Ο Μπουκόφσκι το αναφέρει ως πρόβλημα. Θα ήταν άραγε πρόβλημα να κολλούσαμε όλοι στην ίδια ώρα? Κι ας μην είναι η μοίρα, ώρα.

«Τίποτε άλλο, όμως, δε γεμίζει»

Είμαστε, άραγε, τόσο κενοί? Ή μήπως πρέπει να πάω για ύπνο?

Κοιτάζω παραδίπλα- είναι η λίστα με τα αυριανά ψώνια. Το πρόγραμμα λέει μανάβικο και φαρμακείο. Νομίζω πως πρέπει να εντάξω και το ιχθυοπωλείο. Να σκίσω αυτές τις σελίδες για να μου τυλίξει ο Μήτσος τα ψάρια. Οποιοδήποτε ψάρι εκτός από λαβράκι.

Σάββατο, Απριλίου 04, 2009

Δημοτικό Α'

Κάθε φορά που απ' τη σκέψη μου περνάει η φράση "αγαπημένος Έλληνας ποιητής" δε μπορώ παρά να ταξιδεύω με τον Καββαδία, να σέβομαι τον Καρυωτάκη, να σκέφτομαι τον Ελύτη, να υποβάλλω τα σέβη μου στον Καβάφη, να αντικρύζω αλήθειες της Κικής Δημουλά και της Κατερίνας Γώγου, να ανακαλώ στίχους του Ρίτσου, να θυμάμαι τα Ημερολόγια Καταστρώματος Β' του Σεφέρη, να σουρεαλίζω με τη βοήθεια του Εμπειρίκου και αποκαμωμένη πια, να ανοίγω ένα βιβλίο του Τάσου Λειβαδίτη...

Ένα απειροελάχιστο δείγμα, από όσα σκοπεύω κατά καιρούς να δημοσιεύσω είναι και το παρακάτω, Δημοτικό Α', που στη λίστα με τη μουσική μου, στα δεξιά, το απαγγέλει εξαιρετικά η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη... Δεν υπάρχουν άλλα σχόλια...

Άστρα που μας είδατε αγκαλιασμένους,
γίντε φωτιές και κάφτε την που ξέχασε.
Δρόμοι που περπατήσαμε μαζί,
σφιχτήτε φίδια γύρω απ'τον λαιμό της.
Δέντρα, καλά μου δέντρα ,που ακουμπήσαμε,
γενήτε νεκροκρέβατα να τη ξαπλώσουν.
Χώμα που γείραμε, άρπαξε την,
φεγγάρι που ορκιστήκαμε ,σαβάνωσε την.
Κι εσύ,ήλιε μου, που απ'το ανοιχτό παράθυρο
την έβλεπες στο κρεβάτι μας γυμνή,
πάρε,α,πάρε και τα δικά μου μάτια να της φέγγεις πιο πολύ.

Τετάρτη, Μαρτίου 11, 2009

Nobody, not even the rain, has such small hands...

Αν το σινεμά είναι για μένα μία απ' τις μεγαλύτερες αγάπες της ζωής μου, τότε το καλό σινεμά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας έρωτας διαρκείας! Βλέποντας τόσα χρόνια, τόσες διαφορετικές ταινίες νιώθω σα να μου έχει δοθεί η δυνατότητα να ζήσω πολλές διαφορετικές ζωές... Να ταυτιστώ μ' έναν ήρωα ή μια ηρωίδα και να ζήσω πολλά διαφορετικά πράγματα μέσα απ' αυτούς...Να ταξιδέψω σε άλλους πολιτισμούς, άλλες κουλτούρες με καπετάνιο τον εκάστοτε σκηνοθέτη!

Κάθε ταινία είναι σαν ένα βιβλίο που σου παρουσιάζεται μόνο του, κι εσύ μαθαίνεις απ' αυτό, υπογραμμίζεις τις φράσεις που σου αρέσουν, συγκρατείς στο μυαλό σου εικόνες που σε εντυπωσιάζουν, γοητεύεσαι από μελωδίες, στίχους, ήχους...

Αυτή τη βδομάδα, λοιπόν, αποφάσισα να δω 2-3 ταινίες απ' την πλούσια φιλμογραφία του Woody Allen. Σήμερα, είδα την ταινία "Hannah and her sisters" (για την ακρίβεια τη βλέπω ακόμη γιατί έχω πατήσει ήδη pause) και γοητεύτηκα απ' τους υπέροχους στίχους ενός ποιήματος του E.E.Cummings που ακούγεται μέσα στην ταινία. Δεν είναι υπέροχοι?


nobody, not even the rain, has such small hands

somewhere i have never traveled, gladly beyond
any experience, your eyes have their silence:
in your most frail gesture are things which enclose me,
or which i cannot touch because they are too near

your slightest look easily will unclose me
though i have closed myself as fingers,
you open always petal by petal myself as Spring opens
(touching skilfully, mysteriously) her first rose

or if your wish be to close me, i and
my life will shut very beautifully, suddenly,
as when the heart of this flower imagines
the snow carefully everywhere descending;

nothing which we are to perceive in this world equals
the power of your intense fragility: whose texture
compels me with the colour of its countries,
rendering death and forever with each breathing

(i do not know what it is about you that closes
and opens;only something in me understands
the voice of your eyes is deeper than all roses)
nobody, not even the rain, has such small hands

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 13, 2009

Γεννήθηκα την Εποχή του Χαλκού...

Poet, όπως σου υποσχέθηκα...
Αν δεν το ξέρεις ήδη, ελπίζω να σου αρέσει τόσο όσο και σε μένα...

Γεννήθηκα την Εποχή του Χαλκού
του Κωστή Μοσκώφ

Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα
δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Aλιάκμονα, τον σφοδρό Bαρδάρη
- οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ' αγαπώ

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 12, 2009

A dream within a dream...

Tom Waits - Watch her disappear


Με ανατριχιάζει τόσο πολύ η φωνή του Tom Waits...
Αυτή η απαγγελία μου έκανε τεράστια εντύπωση απ'την πρώτη στιγμή που την άκουσα... Η υπέροχη και διακριτική μουσική που τη συνοδεύει κάνει το τραγούδι ακόμη πιο ξεχωριστό...

Διάβασα κάπου πως καθιερώθηκε ως ο αντίστοιχος του Μπουκόφσκι στη μουσική. Μου έκανε εντύπωση γιατί κάπως έτσι τον είχα συνδέσει αυτόματα στο μυαλό μου. Μάλιστα είχα φτάσει σε σημείο να ταυτίσω ακόμη και την εξωτερική τους εμφάνιση.

Παρόλο που η φωνή του είναι τόσο ιδιαίτερη και περίεργη, «σα να έχει μαριναριστεί σε ένα βαρέλι μπέρμπον και μετά να έχει καπνιστεί για μερικούς μήνες», όπως έλεγαν ανέκαθεν οι κριτικοί, οι jazz μελωδίες του μου φαίνονταν ανέκαθεν τόσο ξεχωριστές, με κάτι σκοτεινό κι όλα αυτά δοσμένα με φόντο τις blues επιρροές...

Οι στίχοι είναι σκέτη ποίηση...

Last night I dreamed that I was dreaming of you
And from a window across the lawn I watched you undress
Wearing your sunset of purple tightly woven around your hair
That rose in strangled ebony curls
Moving in a yellow bedroom light
The air is wet with sound
The faraway yelping of a wounded dog
And the ground is drinking a slow faucet leak
Your house is so soft and fading as it soaks the black summer heat
A light goes on and the door opens
And a yellow cat runs out on the stream of hall light and into the yard

A wooden cherry scent is faintly breathing the air
I hear your champagne laugh
You wear two lavender orchids
One in your hair and one on your hip
A string of yellow carnival lights comes on with the dusk
Circling the lake with a slowly dipping halo
And I hear a banjo tango

And you dance into the shadow of a black poplar tree
And I watched you as you disappeared
I watched you as you disappeared
I watched you as you disappeared
I watched you as you disappeared


Συνειρμικά, μου έρχεται στο μυαλό ένα άλλο όνειρο, εξίσου -αν όχι περισσότερο- σκοτεινό

Dream within a dream - Edgar Allan Poe

Take this kiss upon the brow!
And, in parting from you now,
Thus much let me avow-
You are not wrong, who deem
That my days have been a dream;
Yet if hope has flown away
In a night, or in a day,
In a vision, or in none,
Is it therefore the less gone?
All that we see or seem
Is but a dream within a dream.

I stand amid the roar
Of a surf-tormented shore,
And I hold within my hand
Grains of the golden sand-
How few! yet how they creep
Through my fingers to the deep,
While I weep- while I weep!
O God! can I not grasp
Them with a tighter clasp?
O God! can I not save
One from the pitiless wave?
Is all that we see or seem
But a dream within a dream?




Σάββατο, Φεβρουαρίου 07, 2009

Σελίδα τετραδίου - Jaques Prevert

θυμαμαι αυτο το ποίημα σε μιά σελίδα του βιβλίου έκθεσης της 3ης λυκείου...

Jaques Prevert - Σελίδα τετραδίου

Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ δεκάξι…
Επανέλαβε! Λέει ο κύριος
Δύο και δύο τέσσερα
τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ δεκάξι.
Μα να ένα πουλί σαν λύρα
που περνά στον ουρανό
το παιδί το βλέπει
το παιδί τ` ακούει
το παιδί του φωνάζει:
Σώσε με
πουλί
παίξε μαζί μου!
Το πουλί λοιπόν κατεβαίνει
και παίζει με το παιδί.
Δύο και δύο τέσσερα…
Επανέλαβε! Λέει ο κύριος
και το παιδί παίζει
το πουλί παίζει μαζί του…
Τέσσερα και τέσσερα οχτώ
οχτώ κι οχτώ δεκάξι
και δεκάξι και δεκάξι τι κάνουν;
Δεν κάνουν τίποτα δεκάξι και δεκάξι
και προπαντός όχι τριανταδύο
όπως και να ναι
και χάνονται από δω.
Και το παιδί έκρυψε το πουλί
κάτω από το θρανίο
κι όλα τα παιδιά
ακούνε το τραγούδι του
κι όλα τα παιδιά
ακούν τη μουσική
κι οχτώ κι οχτώ με τη σειρά τους φεύγουν
και τέσσερα και τέσσερα και δυο και δυο με τη σειρά τους παίρνουν πόδι
κι ένα κι ένα μια και δυο
φεύγουν το ίδιο ένα ένα.
Και το πουλί λύρα παίζει
και το παιδί τραγουδά
κι ο δάσκαλος φωνάζει:
"Πότε θα πάψετε να κάνετε τον καραγκιόζη!"

κι οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα
και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιάλι
το φτερό ξαναγίνεται πουλί.


Το θυμάμαι με έντονη συγκίνηση όταν σκέφτομαι πράγματα που έχω συγκρατήσει απ' το σχολείο.

Σε μια προσπάθεια χαλάρωσης, μια και διανύουμε για ακόμη μια φορά εξεταστική περίοδο, μαζί με την αδερφή μου έτυχε χτες να χαζέψουμε μια ελληνική σειρά του 1993, με πρωταγωνιστές 18άρηδες. Το επεισόδιο που είδαμε, παρουσίαζε σε μία σκηνή τα παιδιά την τελευταία μέρα των πανελληνίων εξετάσεων, γύρω από μία φωτιά. Στο κέντρο τα βιβλία. Καιόμενα.

Πριν μερικά χρόνια θα μου φαινόταν ακόμη και μενα φυσιολογικό, γιατί κρίνω την πράξη ως πράξη που κρύβει πίσω της συναισθήματα μίσους. Μίσους προς ένα σύστημα που καλλιεργεί τη στείρα γνώση. Κι όμως, είναι ωραίο θέαμα τα βιβλία να καίγονται? Θυμάμαι για ακόμη μια φορά το εξής κλισέ - του κυρίου Φρόυντ αν δεν απατώμαι- : "Εκεί όπου σήμερα καίνε βιβλία, αύριο θα καταλήξουν να καίνε και ανθρώπους..."

Καθώς έβλεπα τους ήρωες της σειράς να αποστηθίζουν όχι μόνο χρονολογίες αλλά και ημερομηνίες, ουσιαστικές ή μη, σκεφτόμουν πόσα έχουμε μάθει, πόσα θα θέλαμε να έχουμε μάθει και πόσα μας έμειναν τελικά. Στη δευτέρα και στην τρίτη λυκείου, στην Ιστορία συγκεκριμένα, αρίστευσα. Σήμερα, αν με ρωτήσει κανείς τι μου έμεινε από ολη εκείνη τη συσσώρευση γνώσης, θα σκεφτώ πρώτα τις τέχνες απ' τη βυζαντινή περίοδο μέχρι και τη σύγχρονη, την αρχιτεκτονική απ' την αρχαία περίοδο μέχρι και σήμερα, καθώς και κάποια βασικά γεγονότα απ' τη βυζαντινή και έπειτα περίοδο.

Κι όμως νιώθω ότι τα περισσότερα έχουν φύγει...

Δε μπορώ, όμως, να μη χαμογελάσω αν σκεφτώ ότι το πρώτο ποίημα του Jaques Prevert, το πρώτο σκίτσο του Escher και πολλές άλλες πρωτιές του είδους, σε μια εποχή που το διαδίκτυο δεν είχε μπει ακόμη στα σπίτια μας, τα ανακάλυψα σε σελίδες μη διδαχθείσες, κάποια πρωινά που δεν πρόσεχα στο μάθημα ως συνήθως, κάποιες φορές που...
...οι τοίχοι της τάξης
σωριάζονται ήσυχα
και τα τζάμια ξαναγίνονται άμμος
το μελάνι ξαναγίνεται νερό
τα θρανία ξαναγίνονται δένδρα
η κιμωλία ξαναγίνεται ακρογιάλι
το φτερό ξαναγίνεται πουλί...





Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

Μικρά γυμνάσματα λησμονιάς

Απόσπασμα απ το "Μικρά Γυμνάσματα Λησμονιάς"
του Τάσου Λειβαδίτη

...μου είναι απαγορευμένο να πώ το τέλος μιάς ιστορίας
που δεν άρχισε ποτέ.
Mικρή πραγματεία

...κρύβω τα λίγα χρήματά μου, για να μπαίνει πιό άφοβα απ' το παράθυρο
το φώς του φεγγαριού.
Eφαρμοσμένος μαρξισμός

...δεν είχε πού να πάει,
ώσπου σηκώθηκε και με αργά, αβέβαια βήματα
ανέβηκε στον ουρανό.
Παράδοξα απογεύματα

Iσως να το 'βρα. Aλλά δεν θα σας το πώ. Γιατί τότε εσείς τί θα ψάχνετε;
Διαθήκη

"Mα πως περπατάς επί των κυμάτων;" ρώτησα.
"Eχασα τον δρόμο" μου λέει.
Aπάντηση Oι μεγάλες φτερούγες του δεν χωράνε μέσα στον ύπνο.
O ποιητής I

Λένε μάλιστα πως όταν πέθανε ακολούθησαν τη νεκρική πομπή
όλες οι λάμπες πετρελαίου των θλιμμένων προαστίων,
χαμηλωμένες βέβαια για την περίσταση.
Kι έτσι εξηγήθηκαν πολλές απ' τις παλιές υπερβολές του.
O ποιητής II

Oι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα συμβιβασμοί - πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους.
Kαθ' ημέραν βίος

Kι η μητέρα φορούσε πάντα φαρδιά φορέματα, για να σκεπάζει
ίσως και εκείνον
που δε γίναμε.
Mητρικές προβλέψεις

Tόσο φοβισμένος, που όταν μου έπαιρναν κάτι τους ευγνωμονούσα
που μου άφηναν τουλάχιστον την ανάμνησή του.
Aυτοπροσωπογραφία

Kι άξαφνα ανακαλύπτεις σ' ένα άγαλμα όλη τη λησμονιά
ή σ' ένα λόγο αστόχαστο την πιό αληθινή μαρτυρία.
Nύχτα

Yποπτοι θαυματοποιοί που πυροβολούν τις λέξεις -
και γίνονται πουλιά.
Ποιητές

Γι' αυτό σου λέω, μην κοιμάσαι: είναι επικίνδυνο. Mην ξυπνάς:
θα μετανοιώσεις.
Πείρα αιώνων

Aς γράψουμε, λοιπόν, ένα γράμμα με παραλήπτη ανύπαρκτο, κι όπως περπατάμε ας το αφήσουμε να μας πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Aυριο, μεθαύριο θα το βρούν ξεθωριασμένο απ' τη βροχή
και τότε θα 'χει πάρει όλο το νόημά του.
Παρελθόν

Kι όταν πεθάνουμε να μας θάψετε κοντά κοντά
για να μην τρέχουμε μέσα στη νύχτα να συναντηθούμε.
Eρωτας

...ευλογημένοι αυτοί που τα δώσανε όλα κι ύστερα κοίταξαν εν' άστρο
σαν τη μόνη ανταπόδοση.
Eυλογία

...πάντα γίνεται ένα έγκλημα εκεί που δε συμβαίνει τίποτα.
Tο τέλειο έγκλημα

Tο παντελόνι του το άφησε στα δόντια των σκυλιών.
Mε το σακκάκι του σκέπασε ένα άγαλμα.
Δραπέτης

Oταν πεθάνουμε όλα όσα ονειρευτήκαμε έρχονται και στέκουν κάπου εκεί στη κάμαρα. Kι άξαφνα όλοι σέβονται νεκρό
το χτεσινό "παλιόσκυλο".
Yστεροφημία

Tότε χτύπησαν την πόρτα. Eγώ, αφελής όπως πάντα, πήγα κι άνοιξα. Kι έτσι μια καινούργια θλίψη μπήκε στον κόσμο.
Eπιμύθιο

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 18, 2008

The Raven - Edgar Allan Poe


ONCE upon a midnight dreary, while I pondered, weak and weary, Over many a quaint and curious volume of forgotten lore— While I nodded, nearly napping, suddenly there came a tapping, As of some one gently rapping, rapping at my chamber door. "'Tis some visitor," I muttered, "tapping at my chamber door— Only this, and nothing more."

Ah, distinctly I remember it was in the bleak December,
And each separate dying ember wrought its ghost upon the floor.
Eagerly I wished the morrow;—vainly I had sought to borrow
From my books surcease of sorrow—sorrow for the lost Lenore—
For the rare and radiant maiden whom the angels name Lenore—
Nameless here for evermore.

And the silken sad uncertain rustling of each purple curtain
Thrilled me- filled me with fantastic terrors never felt before;
So that now, to still the beating of my heart, I stood repeating,
"'Tis some visitor entreating entrance at my chamber door—
Some late visitor entreating entrance at my chamber door;
This it is and nothing more."

Presently my soul grew stronger; hesitating then no longer,
"Sir," said I, "or Madam, truly your forgiveness I implore;
But the fact is I was napping, and so gently you came rapping,
And so faintly you came tapping, tapping at my chamber door,
That I scarce was sure I heard you"—here I opened wide the door;—
Darkness there, and nothing more.

Deep into that darkness peering, long I stood there wondering, fearing,
Doubting, dreaming dreams no mortals ever dared to dream before;
But the silence was unbroken, and the stillness gave no token,
And the only word there spoken was the whispered word, "Lenore!"
This I whispered, and an echo murmured back the word, "Lenore!"—
Merely this, and nothing more.

Back into the chamber turning, all my soul within me burning,
Soon again I heard a tapping somewhat louder than before.
"Surely," said I, "surely that is something at my window lattice;
Let me see, then, what thereat is, and this mystery explore—
Let my heart be still a moment, and this mystery explore;—
'Tis the wind and nothing more."

Open here I flung the shutter, when, with many a flirt and flutter,
In there stepped a stately raven of the saintly days of yore.
Not the least obeisance made he; not a minute stopped or stayed he;
But, with mien of lord or lady, perched above my chamber door—
Perched upon a bust of Pallas just above my chamber door—
Perched, and sat, and nothing more.

Then this ebony bird beguiling my sad fancy into smiling,
By the grave and stern decorum of the countenance it wore,
"Though thy crest be shorn and shaven, thou," I said, "art sure no craven,
Ghastly grim and ancient raven wandering from the Nightly shore—
Tell me what thy lordly name is on the Night's Plutonian shore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

Much I marvelled this ungainly fowl to hear discourse so plainly,
Though its answer little meaning—little relevancy bore;
For we cannot help agreeing that no living human being
Ever yet was blest with seeing bird above his chamber door—
Bird or beast upon the sculptured bust above his chamber door,
With such name as "Nevermore."

But the Raven, sitting lonely on the placid bust, spoke only
That one word, as if his soul in that one word he did outpour.
Nothing further then he uttered; not a feather then he fluttered—
Till I scarcely more than muttered, "Other friends have flown before—
On the morrow he will leave me, as my Hopes have flown before."
Then the bird said, "Nevermore."

Startled at the stillness broken by reply so aptly spoken,
"Doubtless," said I, "what it utters is its only stock and store,
Caught from some unhappy master whom unmerciful Disaster
Followed fast and followed faster till his songs one burden bore—
Till the dirges of his Hope that melancholy burden bore
Of 'Never—nevermore.'"

But the Raven still beguiling all my sad soul into smiling,
Straight I wheeled a cushioned seat in front of bird and bust and door;
Then, upon the velvet sinking, I betook myself to linking
Fancy unto fancy, thinking what this ominous bird of yore—
What this grim, ungainly, ghastly, gaunt and ominous bird of yore
Meant in croaking "Nevermore."

This I sat engaged in guessing, but no syllable expressing
To the fowl whose fiery eyes now burned into my bosom's core;
This and more I sat divining, with my head at ease reclining
On the cushion's velvet lining that the lamp-light gloated o'er,
But whose velvet violet lining with the lamp-light gloating o'er
She shall press, ah, nevermore!

Then methought the air grew denser, perfumed from an unseen censer
Swung by Seraphim whose foot-falls tinkled on the tufted floor.
"Wretch," I cried, "thy God hath lent thee-by these angels he hath sent thee
Respite—respite and nepenthe, from thy memories of Lenore!
Quaff, oh quaff this kind nepenthe and forget this lost Lenore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil!—prophet still, if bird or devil!—
Whether Tempter sent, or whether tempest tossed thee here ashore,
Desolate yet all undaunted, on this desert land enchanted—
On this home by Horror haunted—tell me truly, I implore—
Is there—is there balm in Gilead?—tell me—tell me, I implore!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Prophet!" said I, "thing of evil—prophet still, if bird or devil!
By that Heaven that bends above us—by that God we both adore—
Tell this soul with sorrow laden if, within the distant Aidenn,
It shall clasp a sainted maiden whom the Angels name Lenore—
Clasp a rare and radiant maiden whom the angels name Lenore."
Quoth the Raven, "Nevermore."

"Be that word our sign in parting, bird or fiend," I shrieked, upstarting—
"Get thee back into the tempest and the Night's Plutonian shore!
Leave no black plume as a token of that lie thy soul hath spoken!
Leave my loneliness unbroken!—quit the bust above my door!
Take thy beak from out my heart, and take thy form from off my door!"
Quoth the Raven, "Nevermore."

And the Raven, never flitting, still is sitting, still is sitting
On the pallid bust of Pallas just above my chamber door;
And his eyes have all the seeming of a demon's that is dreaming,
And the lamp-light o'er him streaming throws his shadow on the floor;
And my soul from out that shadow that lies floating on the floor
Shall be lifted—nevermore!


έχει έναν απίστευτο εσωτερικό ρυθμό - μελωδικότητα....

και όσο πιο σκοτεινό το ποίημα, τόσο το καλύτερο :)



Κυριακή, Δεκεμβρίου 14, 2008

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου...


Απόσπασμα απ το "Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου"
του Τάσου Λειβαδίτη




Το έθνος μας απειλείται!
Υπέρ βωμών και εστιών.
Μα πρέπει να συντομεύουμε Εξοχότατε,
μας περιμένουν για το τσάι!
Ένθα ουκ εστί πόνος ου λύπη.

Ένας ζητιάνος ξύνει τ' αχαμνά του.
Ο άγνωστος στρατιώτης κρυώνει στο χιονόνερο.
Ο υπουργός χειρονομεί, μια γριά σταυροκοπιέται.
Κύριε των δυνάμεων!!!
Των δυτικών, βέβαια, δυνάμεων.

Σκασμός ,σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!
Τα γάντια χειροκροτούν,
οι φαντάροι παρουσιάζουν όπλα,
οι τράπεζες χωνεύουν τη λεία τους,
δυο αστυνόμοι τρέχουν.

Ποιος είναι;
Τίποτα, τίποτα.
Ποιος είναι;
Ένας άνεργος λιποθύμησε. Τίποτα.
Μπορεί και να πέθανε. Τίποτα.
Σκασμός!!! Σκασμός λοιπόν μιλάει ο υπουργός!

Πρέπει να εξοπλισθώμεν δια να διασφαλίσουμε
την ασφάλεια του έθνους...
Μακάριοι οι πεινώντες και οι διψώντες.
Ω! sorry! Ε, με συγχωρείτε!
Η ελευθερία της πατρίδας ήθελα να πω.

S. O. S.

Φυσάει, φυσάει απόψε φυσάει.
Τρέχουν οι δρόμοι λαχανιασμένοι, φυσάει
κάτω από τις γέφυρες φυσάει
μες τις κιθάρες φυσάει...

S.O.S.

Δως μου το χέρι σου φυσάει.
Δως μου το χέρι σου.

American Beauty, Plastic Bag Theme