Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες του Πέτρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες του Πέτρου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, Ιουλίου 11, 2010

Οι πιθανότητες

"Μάγκα, κοίτα πως περνάει ο καιρός...

Νιώθω σα να 'χασα μερικά επεισόδια, κι ας ήμουν αιώνια παρών.
Αλλά την πραγματικότητα τη συνειδητοποιείς σαν βρίσκεσαι προ των πυλών."

Κάτι τέτοια σκεφτόμουν, κι έβλεπα τον φίλο να ξεμακραίνει.
Τον πούλησα γι' αυτή τη βραδιά, μα δεν πειράζει.
Οι φίλοι γι' αυτό είναι, για να καταλαβαίνουν χωρίς να τους εξηγείς.

Έστριψε στη γωνία με το γνωστό του βήμα, κι αντί ν' ανεβώ σπίτι έκοψα τη γνωστή απόσταση μέχρι το γνωστό ερημικό στέκι. Εκεί όπου πάντοτε αράζω στις μοναξιές μου. Στη ράχη του διαβόλου.

Το απόγευμα, απ' το νοσοκομείο έριξα μια ματιά στην περιοχή, μιας κι από κει είχα πανοραμική εποπτεία.
Όλα σέρνονται εδώ και τίποτα δε με κρατάει πέρα από μνήμες. Μνήμες αγαπημένες. Ίσως και μνήμες απωθημένες.
Στο βάθος φαίνονται τα φουγάρα απ' το Άζωτο, εργοστάσιο που "κοιμάται" χρόνια τώρα.
Και πιο πέρα? Το "ενεργό ηφαίστειο" της ΔΕΗ, να σιγοβράζει αέναα. Από τότε που με θυμάμαι.
Πιο πέρα? Τίποτα πια. Μιας και το χωριό μου έχει ξηλωθεί απ' τα έγκατα.
Μας ξήλωσαν ρε φίλε.
Μας έσκαψαν.
Πάει.
Τέλος.
Δε μείναν ούτε χαλάσματα πια.

Και μείναμε εντέλει χωρίς ρίζες κοντά στη γόνιμη -οικονομικά- γη, του "ενεργού ηφαιστείου" της ΔΕΗ. Σε καιρούς χαλεπούς...

Τι τα θες, πάλι στην άκρη του δρόμου θα τα βάλω ένα ένα στη σειρά. Όλα όσα μας τρώνε. Σαν το σαράκι του Ρεμπώ. Μου φαίνεται απίστευτο, φίλε, που γύρισα στο ίδιο μέρος, ένα χρόνο μετά κι όλα είναι τόσο ρευστά, τόσο διαφορετικά...

Μου φαίνεται απίστευτο το πόσο επουσιώδες μου φαίνεται το άλλοτε τόσο ουσιαστικό.
Μα αλλάζουν οι άνθρωποι?
Αλλάζουν οι άνθρωποι?

Στη συνάντηση των παλιών συμμαθητών είδα λίγη από αυτή την αλλαγή.
Να συντελείται σε μια διαφορετική εξωτερική εμφάνιση.
Σ' ένα διαφορετικό χαρακτήρα.
Σ' ένα διαφορετικό "εγώ".

Κάθομαι πάλι στην άκρη του δρόμου. Κι οι σκέψεις με παρασέρνουν και με πάνε παραπέρα, σαν τα χαλίκια που κλωτσάς μα δεν πάνε μακριά. Γιατί πόσο μακριά μπορούμε να πάμε τώρα πια? Χάνομαι κάπου και ξέρω πως δε φταίει ούτε το αλκοόλ, ούτε τσιγάρο, ούτε η μοίρα μας (μιας κι έχουμε χρόνια τώρα εγκαταλείψει τη μοιρολατρία).
Είναι εποχή αποφάσεων κι εμείς όχι και τόσο μικροί πια.

Ρίχνω μια ματιά πάνω. Ωραία αστέρια στον ουρανό. Όλα τόσο όμορφα και άτακτα βαλμένα. Κι όμως μες το Χάος υπάρχει και μια τάξη. Πώς αλλιώς θα βλέπαμε αστερισμούς?

Στρίβω νόμισμα την ώρα που η ιδιότητα του μηχανικού με κατακλύζει.
Ποιο το νόημα να στρίψεις νόμισμα αν δεν ξέρεις εξαρχής πως είναι αδιάβλητο?
Γαμώ τις πιθανότητες σας, μαθηματικοί.

Κλωτσάω κι άλλα χαλίκια και πάω σπίτι.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 07, 2009

Ταχύτητα

Τρέχουμε με 150.
Με 200.
Τι σημασία έχει...;
Όλα τερματίζονται κάπου εδώ.
Ο αέρας φυσάει δυνατά απ' το παράθυρο.
Τρέχουμε με 220.
Αν ήταν βολτ θα μας τίναζαν στον αέρα.
Τώρα ο αριθμός 220 επιβάλλεται.
Νιώθω την ταχύτητα στο αίμα.
Όλο προς τα πίσω.
Το αίμα κυλάει προς τα πίσω με 220.
km/h.
Το αίμα κυλάει προς τα πίσω.
Με το αλκοόλ.
Δε με νοιάζει αν σκοτωθώ τώρα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 11, 2009

Νοσταλγία

Το έχουν οι Σεπτέμβρηδες μου φαίνεται.
Αλλάζει ο καιρός.
Βροχές.
Η μέρα μικραίνει.
Φυσάει.
Κάτι μέσα μου αλλάζει.
Τα βράδια δε με χωράει το σπίτι.
Δεν αντέχω να κάθομαι με μόνη παρέα το Λύκο, το γάτο μου.
Είμαστε στ' αλήθεια ταιριαστοί.
Ο Πέτρος κι ο Λύκος.
Όταν είμαστε οι δυο μας στο σπίτι νομίζω ότι ακούω ξανά τη γνωστή μουσική του Σεργκέι Προκόφιεφ.
Όπως τότε που ήμουν μικρός και μου την έβαζε η μάνα μου στο σπίτι μας.

Παρακάτω το animated film του 2006 (σε 4 μέρη) με την ιστορία και τη μουσική που τόσο όμορφα έγραψε και συνέθεσε ο Προκόφιεφ, σε διασκευή. Το αρχικό έργο προέβλεπε και αφηγητή και η κανονική ιστορία είναι κάπως διαφορετική, παρόλα αυτά εξακολουθεί να είναι πολύ καλό και απ' όσο ξέρω βραβευμένο :









Τρίτη, Αυγούστου 11, 2009

Διαπιστώσεις

Κοίτα να δεις πως καταντήσαμε. Έπρεπε να περιμένω να μου το πει ο φίλος των διακοπών, που με βλέπει τρεις ώσεις του χρόνου: Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι.

Με κοίταξε καλά καλά (είχε μήνες να με δει) και μου 'πε:
"Μαλάκα, περίεργος μου φαίνεσαι. Εσύ δεν ήσουν έτσι."

Το παίξα άνετος και μάγκας. Τι να 'κανα; Να παραδεχτώ ότι έχω καταντήσει; Φταίνε τα ξενύχτια, του λέω. Με κοίταξε με δυσπιστία. Ούτε εμένα δε μπορούσα να κοροϊδέψω πια. Θα τα κατάφερνα με τους άλλους; Έχω γίνει ο χειρότερος Πινόκιο του είδους.

Εκείνος δε μίλησε. Τι να πει; Αφού μ' έβλεπε. Ήξερε. Με κοίταξε με κατανόηση. Για μια στιγμή φοβήθηκα μη δω οίκτο στα μάτια του, αλλά ευτυχώς το έσωσε τελευταία στιγμή. Το τελευταίο που θα θελα ήταν να με λυπούνται.

Όταν πήγε η ώρα 12 παρά την κοπάνησα -Λούης κανονικότατα- με την κλασική πια δικαιολογία, ότι μετά τις 12 λύνονται τα μάγια και γίνομαι βάτραχος. Οι Άλλοι γέλασαν. Νόμιζαν πως είναι κομμάτι του αιώνιου χιούμορ μου. Δεν είχαν προσέξει ότι ακόμη και το σχήμα του σώματός μου κόντευε να γίνει ερωτηματικό -γαλλικό.

Φυσικά δεν πήγα σπίτι. Δε με χωρούσε ο τόπος. Γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα μες τη σκονισμένη πόλη μέχρι που πρήστηκαν τα πόδια μου. Πήγαινα απόμερα μην πετύχω κανένα γνωστό και ρεζιλευτούμε, τρομάρα μου. Θα μου πεις, τι μ' ένοιαζε; Λογαριασμό θα 'δινα; Είναι αυτά τα κατάλοιπα του να ζεις σε μικρή επαρχιακή πόλη, ότι όλοι για σένα θα μιλήσουν, θα σε σχολιάσουν, κάτι θα βρουν να πουν.

Με τα πολλά έφτασα σε απόσταση ασφαλείας (μη μας πάρουν και τα "σκάγια") από ένα κλασικό σπίτι-γιάφκα των τζάνκι της περιοχής. Ησυχία. Απ' ότι φαίνεται οι περισσότεροι αποδήμησαν εις Κύριον, ή όπου αλλού γουστάρουν να πάνε τα ανθρώπινα πνεύματα όταν ελευθερωθούν. Τουλάχιστον αυτοί ήταν ελεύθεροι. Αλλά με τι τίμημα. Κάθισα σ' ένα πεζούλι κι έστριψα τσιγάρο.

Μετά τις πρώτες τζούρες σα να κάλμαρα. Αλλά, μες τον καπνό άρχισαν να οπτικοποιούνται οι προβληματισμοί μου. Σιγά σιγά αναδύονταν μέσα απ' αυτόν, μικροί στην αρχή, αλλά όσο περνούσε η ώρα ξεδιπλώνονταν. Με κάλυπταν. Δε μπορούσα ν' αναπνεύσω.

Δεν είμαι πια μαθητής. Δεν είμαι πια ο πρωτοετής φοιτητής που όταν έφυγε απ' το σπίτι του έγινε ανεξάρτητος- με τη βοήθεια των γονιών βεβαίως, βεβαίως. Αυτόματα με διορθώνω: "ένιωσε ανεξάρτητος". Έφτασα σ' ένα κομβικό σημείο πια. Ο αρχηγός στο κουκλοθέατρο. Πρέπει να κινήσω τα νήματα. Τα νήματά μου. Μας πέσανε πολλές οι ευθύνες, φίλε, κι είναι καλοκαίρι ακόμη. Κι ο Αύγουστος είναι ο μήνας με τις μεγάλες μνήμες*. Η πίεση που μου ασκείται είναι όλη δική μου. Δημιούργημά μου. Και τα όρια μου είναι δικό μου κατασκεύασμα πια. Θα τα πάω ψηλά. Πέρα από εκεί που μπορώ. Να χωράει και όνειρα. Να είσαι σίγουρος.

Πετάω το τσιγάρο. Δε με βοηθάει να σκέφτομαι ξεκάθαρα. Κουνάω απότομα το χέρι να ξεδιαλύνω και την τελευταία υποψία καπνού. Ήδη νιώθω καλύτερα. Ξέρω και δεν ξέρω. Ξέρω πως θα προσπαθήσω. Όσο και όπως μπορώ. Αλλά κάτι αγνοώ...

Αυτόματα που έρχεται στο μυαλό ο στίχος του Ελύτη:
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει . . .**

Σιγοψιθυρίζω πολλές φορές το στίχο στο δρόμο για το σπίτι...




* στίχος του Γιώργου Ανδρέου απ' το τραγούδι Άγιος ο Έρωτας
** στίχος απ' το ποίημα "Ακίνδυνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου" του Οδυσσέα Ελύτη και την ποιητική συλλογή τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991)

Σάββατο, Ιουνίου 20, 2009

Έντεκα

Παραπατάω και μπαίνω μέσα.
Στη βάση μου.
Σπίτι μου.
Γαμάτο σπίτι.
Δε θα μπορούσε να 'ναι καλύτερο.
Κλωτσάω την πόρτα να κλείσει.
Της φέρομαι βίαια, το παραδέχομαι, αλλά φταίει το αλκοόλ.

Πιάνω τη μυρωδιά απ τη λαδομπογιά στον αέρα.
Καιρό που έχω να πιάσω πινέλο!
Δεν πειράζει, όμως.
Κοιμίζω την έμπνευση μου για ένα καλύτερο αύριο.

Τα φώτα χορεύουν.
Η εικόνα στα μάτια μου μου θυμίζει την κάμερά μου,όταν το διάφραγμα μένει ανοιχτό.
ανοιχτό να πληγώνει το εικονικό φιλμ.

κοιτάω την πάρτη μου στον καθρέφτη.

καλός είμαι.

λίγο ζαλισμένος.
λίγο κάφρος.
πολλή αλητεία απόψε.

όπου να 'ναι ξημερώνει.

ανοίγω υπολογιστή.
για τη μουσική.
κατά τα άλλα δε χαμπαριάζω και πολύ.

βάζω Γιάννη να παίζει -Αγγελάκα για τους μη μυημένους-
μεγάλη μορφή ο Γιάννης.
και οι Τρύπες.
τα Κρίνα με πλήγωσαν τελευταία.

ξαπλώνω στο πάτωμα - για αλλαγή
κρύο και δροσερό

ανοίγω λίγο το παράθυρο να μου κάνει παρέα η φασαρία της πόλης λίγο πριν κοιμηθεί

ετσι ξάπλα βλέπω και τον ουρανό
ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα τέτοια θέα

ωραίος ουρανός
καθαρός
καθάριος
σχεδόν διαμαντένιος
σαν προβλήτα.
ή μάλλον φταίει το 11%vol.

ουφ.
φου.

στρίβω τσιγάρο.
μεχρι να το τελειώσω θα χει γίνει πρωινό.
δεν έχει και σημασία.
πια.

αύριο θα ξυπνήσω στο πάτωμα.
και θα είμαι πάλι εγώ.



Yeah o yeah you seen me walk
On burning bridges
Yeah o yeah you seen me fall
In love with witches
And you know my brain is held
Inside by stitches
Yet you know I did survive
All of your lovely sieges

And you know that I'll pick up
Every time you call
Just to thank you one more time
Alcohol
And you know that I'll survive
Every time you come
Just to thank you one more time
For everything you've done

Alcohol
Alcohol

And I'm sorry some of us
Given you bad name
yeah o yeah, cause without you
Nothing is the same
Yeah o yeah i miss you so
Every time we break up
Just to hit a higher note
Every time we make up

Who's crawlin' up my spine - alcohol
I've been waiting long long time - alcohol
Now you teach me how to rhyme - alcohol
Just don't stab me in the back with cartisol

Now we reunite - alcohol
And forever be divine - alcohol
Screw a light bulb in my head - alcohol
may that ceremony be happy or sad...