Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Πάνε χρόνια.
Μάταια.
Σπασμένα ρολόγια, τιμητές των στιγμών, πέφτουν απ' τις τσέπες μου.
Ουρανοί που ντύνονται κόκκινοι απ' τις ανακλάσεις μιας πόλης μετά τη βροχή.
Κινούμενοι προβολείς αυτοκινήτων.
Ασυνεχής φωτισμός.
Λεπτά...
Ώρες μετά, μας βρίσκει η νύχτα της πόλης.
Με το "μας" εννοώ το σκύλο μου, τον Αλήτη, κι εμένα.
Στρωμένοι στο παγκάκι της στάσης του λεωφορείου.
Δεν το περιμένουμε.
Ποτέ.
Είναι το οικογενειακό μας αστείο.
Κόβουμε κίνηση.
Χαζεύουμε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται.
Ο Αλήτης -αν δε βαριέται- γαυγίζει κάποιο από αυτά.
Μυστήριο σκυλί, γαυγίζει τα κόκκινα αυτοκίνητα μοναχά.
Με κάνει να σκέφτομαι αν ένας σκύλος μπορεί να έχει ΠΑΟΚική συνείδηση.
Μετά με πιάνουν τα γέλια, ο κόσμος κοιτά περίεργα.
"Οι σκύλοι δε βλέπουν τα χρώματα, διάολε!" μου έρχεται να τους πω, μα πόσο γρήγορα σε χρίζουν τρελό αυτοί στην πόλη των Τρελών. . .
Μου κρατά καλή παρέα ο Αλήτης.
Αν και φορές χάνεται.
Δεν τρέχω πίσω του.
Μπορεί να ψάχνει τη Λαίδη του, ή έστω τη λαίδη της βραδιάς.
Πόσο αδιάκριτα τα φώτα των αυτοκινήτων.
Τέτοιες στιγμές δε θέλω να φωτίζομαι.
Η ταχύτητα των αυτοκινήτων παρασέρνει τα σκουπίδια του δρόμου.
Μια σακούλα.
Τι σου είναι αυτοί οι σκηνοθέτες.
Έρχεται στο μυαλό μου η σκηνή απ το American Beauty.
Μονο που εδώ δε βλέπω καμιά ομορφιά.
Κι εκεί που νόμιζα οτι οι πόλεις είναι γκρίζες, ένα αυτοκόλλητο του ΠΑΟΚ μιλάει για μια ασπρόμαυρη πόλη.
Το ασπρόμαυρο είναι κινηματογραφικό.
Η πόλη δεν είναι.
Κάποιος μας δουλεύει.
Έτσι νομίζω.
Τα λεπτά κυλάνε.
Κι εμείς?
Ακόμη εδώ.
Αόρατοι για τους άλλους.
Τόσο ορατοί για μας τους ίδιους.
Μαζί με τον Αλήτη χαζεύουμε τα παπούτσια μου.
Με κοιταει με βλέμμα που μιλάει,
δε μπορεί, κάτι θα ψάχνει απόψε.
Μας σκοτώνει αυτή η ρουτίνα,
το μεταίχμιο,μετέωρο όπως καθιερώνεται.
Παρασυρόμαστε σαν τη σακούλα της ταινίας.
[άνω τελεία]
είναι ο αέρας της αλλαγής.
Γελάω με τις σκέψεις μου.
Τα λόγια των πολιτικάντηδων έχουν εμποτιστεί μέσα μου, λοιπόν?
Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Ματαίως απ' ότι φαίνεται.
Τώρα οργανώνουμε το χρόνο μας σε ατζέντες.
Δεν υπάρχει πια καιρός για εκπλήξεις, βόλτες στη βροχή και τα συναφή.
μεγαλώνουμε.
κι ας το γράφω με μικρά γράμματα.
Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Αντί για σένα βρίσκω τη λέξη ρουτίνα,
τη λέξη λούκι.
Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης μα ξημερώνει και σβήνουν σιγα σιγα
και τις μέρες κρύβεσαι
δεν κυκλοφορείς με το φως πια, Παιδί της νύχτας.
Εμπεδωμένη η απουσία σου, σα ζευγάρι μάτια που συνηθίζει στο σκοτάδι.
Σας ψάχνω όλους στα φώτα της πόλης
μα κανείς δεν είναι εκεί.
πια.
Ρολόγια κατρακυλαν απ' τις τσέπες μου.
Σπάνε πιο αποτελεσματικά στο οδόστρωμα.
Δεν υπάρχει καλή στιγμή να της θυσιάσω ένα ρολόι.
Όλα τα λεπτα υιοθετούν τη μελαγχολία του Σεπτέμβρη.
"Τέλος εποχής, αγόρι μου"
Ο Αλήτης ξεκινά πρώτος και χαρούμενος.
Εντόπισε φαγητό, δεν εξηγειται αλλιως.
Βάζω την ουρά στα σκέλια και δρόμο.
ήτανε μακριά η νύχτα.

