Δευτέρα, Νοέμβριος 09, 2009

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης


Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Πάνε χρόνια.

Μάταια.

Σπασμένα ρολόγια, τιμητές των στιγμών, πέφτουν απ' τις τσέπες μου.

Ουρανοί που ντύνονται κόκκινοι απ' τις ανακλάσεις μιας πόλης μετά τη βροχή.

Κινούμενοι προβολείς αυτοκινήτων.
Ασυνεχής φωτισμός.

Λεπτά...


Ώρες μετά, μας βρίσκει η νύχτα της πόλης.
Με το "μας" εννοώ το σκύλο μου, τον Αλήτη, κι εμένα.
Στρωμένοι στο παγκάκι της στάσης του λεωφορείου.
Δεν το περιμένουμε.
Ποτέ.
Είναι το οικογενειακό μας αστείο.
Κόβουμε κίνηση.
Χαζεύουμε τα αυτοκίνητα που πηγαινοέρχονται.
Ο Αλήτης -αν δε βαριέται- γαυγίζει κάποιο από αυτά.
Μυστήριο σκυλί, γαυγίζει τα κόκκινα αυτοκίνητα μοναχά.
Με κάνει να σκέφτομαι αν ένας σκύλος μπορεί να έχει ΠΑΟΚική συνείδηση.
Μετά με πιάνουν τα γέλια, ο κόσμος κοιτά περίεργα.
"Οι σκύλοι δε βλέπουν τα χρώματα, διάολε!" μου έρχεται να τους πω, μα πόσο γρήγορα σε χρίζουν τρελό αυτοί στην πόλη των Τρελών. . .



Μου κρατά καλή παρέα ο Αλήτης.
Αν και φορές χάνεται.
Δεν τρέχω πίσω του.
Μπορεί να ψάχνει τη Λαίδη του, ή έστω τη λαίδη της βραδιάς.



Πόσο αδιάκριτα τα φώτα των αυτοκινήτων.
Τέτοιες στιγμές δε θέλω να φωτίζομαι.
Η ταχύτητα των αυτοκινήτων παρασέρνει τα σκουπίδια του δρόμου.
Μια σακούλα.
Τι σου είναι αυτοί οι σκηνοθέτες.
Έρχεται στο μυαλό μου η σκηνή απ το American Beauty.
Μονο που εδώ δε βλέπω καμιά ομορφιά.
Κι εκεί που νόμιζα οτι οι πόλεις είναι γκρίζες, ένα αυτοκόλλητο του ΠΑΟΚ μιλάει για μια ασπρόμαυρη πόλη.
Το ασπρόμαυρο είναι κινηματογραφικό.
Η πόλη δεν είναι.
Κάποιος μας δουλεύει.
Έτσι νομίζω.



Τα λεπτά κυλάνε.
Κι εμείς?

Ακόμη εδώ.

Αόρατοι για τους άλλους.

Τόσο ορατοί για μας τους ίδιους.

Μαζί με τον Αλήτη χαζεύουμε τα παπούτσια μου.

Με κοιταει με βλέμμα που μιλάει,

δε μπορεί, κάτι θα ψάχνει απόψε.



Μας σκοτώνει αυτή η ρουτίνα,
το μεταίχμιο,μετέωρο όπως καθιερώνεται.
Παρασυρόμαστε σαν τη σακούλα της ταινίας.
[άνω τελεία]
είναι ο αέρας της αλλαγής.
Γελάω με τις σκέψεις μου.
Τα λόγια των πολιτικάντηδων έχουν εμποτιστεί μέσα μου, λοιπόν?

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.
Ματαίως απ' ότι φαίνεται.

Τώρα οργανώνουμε το χρόνο μας σε ατζέντες.

Δεν υπάρχει πια καιρός για εκπλήξεις, βόλτες στη βροχή και τα συναφή.
μεγαλώνουμε.

κι ας το γράφω με μικρά γράμματα.

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης.

Αντί για σένα βρίσκω τη λέξη ρουτίνα,

τη λέξη λούκι.

Σε ψάχνω στα φώτα της πόλης μα ξημερώνει και σβήνουν σιγα σιγα

και τις μέρες κρύβεσαι

δεν κυκλοφορείς με το φως πια, Παιδί της νύχτας.

Εμπεδωμένη η απουσία σου, σα ζευγάρι μάτια που συνηθίζει στο σκοτάδι.

Σας ψάχνω όλους στα φώτα της πόλης

μα κανείς δεν είναι εκεί.

πια.



Ρολόγια κατρακυλαν απ' τις τσέπες μου.
Σπάνε πιο αποτελεσματικά στο οδόστρωμα.
Δεν υπάρχει καλή στιγμή να της θυσιάσω ένα ρολόι.
Όλα τα λεπτα υιοθετούν τη μελαγχολία του Σεπτέμβρη.
"Τέλος εποχής, αγόρι μου"
Ο Αλήτης ξεκινά πρώτος και χαρούμενος.
Εντόπισε φαγητό, δεν εξηγειται αλλιως.


Βάζω την ουρά στα σκέλια και δρόμο.
ήτανε μακριά η νύχτα.

Παρασκευή, Νοέμβριος 06, 2009

Στα φανάρια των δρόμων

Το κείμενο που ακολουθεί είναι της Μαρίας Χούκλη. Το άκουσα σα μονόλογο της Τάνιας Τσανακλίδου.
Η εικόνα είναι στιγμιότυπο απ' τη βουλγάρικη ταινία Klopka (2007) του
Srdan Golubovic ("Παγίδα") που είδα πρόπερσυ στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.



Βράδυ Σαββάτου.
Τους συναντάς στο φανάρι όσο να ανάψει το κόκκινο.
Είναι η εικόνα της σιωπής με όλα της τα λούσα, τη βροντώδη παρουσία της, το σκληρό περίγραμμά της.
Αυτό το πυκνό κενό που αστράφτει ανάμεσα σε δυο ανθρώπους.

Ας μιλήσουμε για τα λυπημένα ζευγάρια που δεν λένε τίποτα πια μεταξύ τους.
Σαν να τα έχουν πει όλα.
Που περιβάλλονται από μια τάφρο σιωπής.
Τα τείχη που τους προστάτευαν κατέρρευσαν χωρίς να το πάρουν είδηση.
Ποιοι ήταν άραγε οι βάρβαροι που τα κονιορτοποίησαν?
Και τώρα κοιτούν με μισόκλειστα μάτια τους άλλους, ήσυχα, ξέπνοα, απόντες από το παρόν τους για λίγο, όσο να ανάψει το φανάρι.

Δεν μπορεί, θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια.
Εκείνος στο τιμόνι, τραβηγμένος στην άκρη, κοιτάζει έξω από το παράθυρο.
Όχι το δρόμο αλλά τη ζωή του.
Κι Εκείνη σφιγμένη στην άλλη άκρη γράφει και σβήνει τη δική της ζωή στο τζάμι, που αντανακλά τη φρόνιμη φιγούρα της.
Χαζεύουν τους περαστικούς αλλά δεν τους βλέπουν.
Κοιτάζουν ώρα τώρα - ή μήπως από χρόνια? - μέσα τους.
Ούτε ένα βλέμμα δεν χαρίζουν ο ένας στον άλλον, σαν να μην τους περισσεύει, σαν να τα ξόδεψαν όλα.
Κοιτάγματα, λόγια, αγγίγματα.
Σαν να βολεύονται με τη σιωπή.
Μέσα, υπάρχει το όχι.
Έξω, κοχλάζει το ναι.
Μονομάχοι της συμβίωσης.

Τα όπλα τους τα έχουν διαλέξει από καιρό και τα ακονίζουν ο καθένας μόνος του.
Βουβά παράπονα, ακυρωμένα θέλω, ξεθυμασμένες επιθυμίες, κάτι ρετάλια όνειρα, ανώδυνα μυστικά, μικρές προδοσίες, αναιμικές υποσχέσεις πως όλα αύριο θα είναι αλλιώς.
Δείχνουν τόσο λυπημένοι και θυμωμένοι αλλά…δεν ξέρω γιατί.
Άλλαξε η μεταξύ τους γεωγραφία.
Μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η σχέση τους μοιάζει με ήπειρο που κουράστηκαν ή βαριούνται πια να εξερευνήσουν.
Δεν μπορεί, θα έχετε συναντήσει τέτοια ζευγάρια.
Το ραδιόφωνο όσο να ανάψει το φανάρι παίζει τα δικά του αλλά εκείνοι ακούνε το κονσέρτο για έναν άνθρωπο, μια λύπη, ένα παράπονο.
Σιγοψιθυρίζουν την ωδή που έχει γραφτεί για την πλήξη και την μοναξιά.
Τόσο λυπημένα δείχνουν τα ζευγάρια έτσι όπως περιμένουν να ανάψει το φεγγάρι και να ξαναμπεί σε κίνηση η ζωή τους.
Περιμένουν πώς και πώς να δραπετεύσουν από τη μέσα τους ξενιτιά.
Τους βλέπω να ξεκινούν.
Αλλά είναι ακόμα λυπημένα τα ζευγάρια.

Σάββατο, Οκτώβριος 31, 2009

Promenade près de la Seine

" [...] πὼς τὴ μοίρα μου ἀκόμα ἔχω ἀνταμώσει
γυρίζοντας στοὺς δρόμους σου, Παρίσι . . ."
Μαρία Πολυδούρη
Παρίσι


Πέμπτη, Οκτώβριος 29, 2009

WhyCinemaNOW?



50ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

ΕΡΧΕΤΑΙ!!!

Δευτέρα, Οκτώβριος 26, 2009

Πάμε σινεμά? Ναι! Αλλά που?

Σε μια εποχή που το σινεμά -εγχώριο και μη- διανύει μια ιδιαίτερα καλή περιόδο, υπάρχουν μερικές πόλεις που έχουν βάλει την όπισθεν. Ενώ, λοιπόν, σε πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη τα σινεμά (με πολλές αίθουσες, μην ξεχνιόμαστε) φυτρώνουν σαν τα μανιτάρια μετά από έντονη βροχόπτωση, υπάρχουν πόλεις που κλείνουν τα σινεμά. Ή ακόμη χειρότερα? Τα μετατρέπουν σε κάτι άλλο, πολύ χειρότερο . . .

Έτσι, λοιπόν, και εδώ στην Πτολεμαΐδα (στην οποία ευτυχώς βρίσκομαι για λίγες μόνο μέρες) τα σινεμά έγιναν στην αρχή είδος προς εξαφάνιση και πλέον σήμερα έχουν εκλείψει πά- ντέ - λώς.-

Όταν ήμουν μικρή, θυμάμαι αμυδρά τους γονείς μου να μιλάν όχι για ένα, όχι για τρία, αλλά για πέντε (το γράφω ολογράφως για να κάνει περισσότερη εντύπωση!!) σινεμά. Το "Αχίλλειον", το "Ολύμπιον", το "Rex", το "Ζώρζ" και -για ένα μικρό διάστημα- το σινεμά Κατερίνα. Καθώς επίσης και το θερινό "Σείριος". Όταν άρχισα να πηγαίνω σινεμά μαζί με φίλες και φίλους, από όλα αυτά ήταν ανοιχτό μοναχά το "Αχίλλειον" και ο "Σείριος".

Και τώρα? Δεν υπάρχει τίποτε απ' όλα αυτά ...Το πιο τραγικό είναι πως κάποια από αυτά έκλεισαν για να καταλήξουν να είναι σούπερ μάρκετ, club και φαστ φούντ (με την παλιά μηχανή προβολής να παραμένει ως ντεκόρ στον εξώστη).

Έχω φτάσει σε σημείο να αναρωτιέμαι για το πνευματικό επίπεδο του κόσμου εδώ, ειλικρινά. Εμάς τους Πτολεμαϊδιώτες μας ενδιαφέρει μονάχα να ψωνίζουμε και να τρώμε? Γιατί πώς αλλιώς να εξηγηθεί το ότι κάθε επώνυμη μάρκα ρούχων και παπουτσιών που σέβεται τον εαυτό της έχει επίσημο παράρτημα εδώ? Οι άνθρωποι κάνουν business, κάνουν έρευνα αγοράς. Δεν έρχονται τυχαία σε μια πόλη δίπλα στα εργοστάσια να ανοίξουν υποκατάστημα. Η αγορά κινείται. Υπερβολικά θα έλεγα. Σκεφτείτε οποιαδήποτε αλυσίδα σούπερ μάρκετ. Ελληνική ή ξένη. Έχει υποκατάστημα εδώ,το δίχως άλλο.

Αν θελήσει κανείς να πάει σινεμά πλέον πρέπει να ξενιτευτεί μέχρι την Κοζάνη. Γιατί εκεί επιβίωσαν.

Και τι θα γίνει με μας τους λάτρες της "μεγάλης οθόνης"? Με μας που αγαπάμε ολόκληρη τη διαδικασία του να πηγαίνει κανείς σινεμά? Που αγαπάμε το να περιμένεις στην ουρά για να κόψεις εισητήριο, να χαζεύεις τις φωτογραφίες απ' την ταινία που θα δεις, να βλέπεις τα "Προσεχώς", να πηγαίνεις με φίλους που λένε αστεία μέσα στο σινεμά, έξω απ' το σινεμά, να συζητάς για την ταινία πριν και μετά, να σηκώνεσαι να φεύγεις αν δε σου αρέσει, να κλαις στα κρυφά μη σε καταλάβουν οι φίλοι και αρχίσουν το δούλεμα, να γελάς, να ξεκαρδίζεσαι, να μαθαίνεις να αγαπάς σκηνοθέτες και ηθοποιούς...

Στις μεγάλες πόλεις, το σινεμά μπορεί να υπάρχει, αλλά έχει χάσει αυτή την ιδιαίτερη αξία του... Έχει γίνει προϊόν μαζικής κατανάλωσης με απαραίτητη τη συνοδεία του ποπ κόρν (και την αναπόφευκτη μυρωδιά του, βεβαίως βεβαίως). Είναι ο νέος τρόπος διάσκεδασης της γενιάς των "Γλυκών Δεκαέξι" που πρέπει να γυρίσει σπίτι πριν από τις 12 (γιατί διαφορετικά λύνονται τα μάγια των γονιών και πίπτει ράβδος...). Και όχι μόνο. Τα Παρασκευοσαββατοκύριακα στις μεγάλες αίθουσες είναι τουλάχιστον κουραστικά.

Ακόμη όμως και στη Θεσσαλονίκη, τα συνοικιακά σινεμά, όπως ο Έσπερος έχουν αρχίσει να κλείνουν...(Ο Έσπερος, μάλιστα έγινε γκαράζ!) Τελικά, εκλείπει πια το μικρό -και αν θέλετε ρομαντικό- σινεμαδάκι της γειτονιάς και αντικαθιστάται σταθερά πια απ' τα τέρατα με τα Dolby Surround, με 11 αίθουσες, με αίθουσα V Max και VIP. Κι όμως, μαζί με αυτές τις μικρές αίθουσες χάνεται και μια γλύκα... Μια γλύκα που ευτυχώς σώζεται ακόμη στις μικρές αίθουσες για λίγους στο Ολύμπιον, της Πλατείας Αριστοτέλους, στο θερινό σινεμά της Αίγλης στο Γενί Χαμάμ, ανάμεσα στα γιασεμιά και τις όμορφες και απλές λευκές καρέκλες του σκηνοθέτη....

Διάολε, τελικά επί του θέματος είμαι αθεράπευτα ρομαντική!!