Επιτέλους, οι τροβαδούροι της gypsy punk, οι Gogol Bordello, έρχονται στη Θεσσαλονίκη!!!
Στις 16 Δεκεμβρίου, στο Principal Club Theater, θα έχουμε γιορτή!!! Χορός, τσιγγάνικα βιολιά, ακκορντεόν, έντονα ντραμς, πολύ έντονα ντραμς... Πώς να λείψει κανείς απ' αυτό το πολυπολιτισμικό πανηγύρι?
Back in the day yo as we learned A man was not considered to be Considered to be fully grown Has he not gona beyond the hills Has he not crossed the 7 seas Yeah, 7 seas at least!
Now all them jokers kept around Just like the scarecrows in hometown Yeah, scarecrows in hometown From screen to screen they're travelin' But I'm a wonderlust king
I stay on the run Let me out Let me be gone In the world's beat up road sign I saw new history of time... New history of time!!!
Through Siberian woods Breaking up their neck
Chinese moving in building discoteques
Homemade sex toys and whatnot Yeah, and why not? Well at least it's something different From what they got in every other airport
Ja ne evrei, no koje-chto pohozge sovrat ne dast ni Yura ni Seryozga! Simple because I'm not a total gadjo Da ja shut, ja tziratch, nu tak stozge?
I traveled the world Looking for understanding Of the times that we live in Hunting and gathering first hand information Challenging definitions of sin
I traveled the world Looking for lovers Of the ultimate beauty But never settled in I'm Wonderlust King!
And presidents And billionaires And generals They'll never know What I have owned! What I have owned... I'm a wonderlust king!
Κοίτα να δεις πως καταντήσαμε. Έπρεπε να περιμένω να μου το πει ο φίλος των διακοπών, που με βλέπει τρεις ώσεις του χρόνου: Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι.
Με κοίταξε καλά καλά (είχε μήνες να με δει) και μου 'πε:
"Μαλάκα, περίεργος μου φαίνεσαι. Εσύ δεν ήσουν έτσι."
Το παίξα άνετος και μάγκας. Τι να 'κανα; Να παραδεχτώ ότι έχω καταντήσει; Φταίνε τα ξενύχτια, του λέω. Με κοίταξε με δυσπιστία. Ούτε εμένα δε μπορούσα να κοροϊδέψω πια. Θα τα κατάφερνα με τους άλλους; Έχω γίνει ο χειρότερος Πινόκιο του είδους.
Εκείνος δε μίλησε. Τι να πει; Αφού μ' έβλεπε. Ήξερε. Με κοίταξε με κατανόηση. Για μια στιγμή φοβήθηκα μη δω οίκτο στα μάτια του, αλλά ευτυχώς το έσωσε τελευταία στιγμή. Το τελευταίο που θα θελα ήταν να με λυπούνται.
Όταν πήγε η ώρα 12 παρά την κοπάνησα -Λούης κανονικότατα- με την κλασική πια δικαιολογία, ότι μετά τις 12 λύνονται τα μάγια και γίνομαι βάτραχος. Οι Άλλοι γέλασαν. Νόμιζαν πως είναι κομμάτι του αιώνιου χιούμορ μου. Δεν είχαν προσέξει ότι ακόμη και το σχήμα του σώματός μου κόντευε να γίνει ερωτηματικό -γαλλικό.
Φυσικά δεν πήγα σπίτι. Δε με χωρούσε ο τόπος. Γυρνούσα σαν την άδικη κατάρα μες τη σκονισμένη πόλη μέχρι που πρήστηκαν τα πόδια μου. Πήγαινα απόμερα μην πετύχω κανένα γνωστό και ρεζιλευτούμε, τρομάρα μου. Θα μου πεις, τι μ' ένοιαζε; Λογαριασμό θα 'δινα; Είναι αυτά τα κατάλοιπα του να ζεις σε μικρή επαρχιακή πόλη, ότι όλοι για σένα θα μιλήσουν, θα σε σχολιάσουν, κάτι θα βρουν να πουν.
Με τα πολλά έφτασα σε απόσταση ασφαλείας (μη μας πάρουν και τα "σκάγια") από ένα κλασικό σπίτι-γιάφκα των τζάνκι της περιοχής. Ησυχία. Απ' ότι φαίνεται οι περισσότεροι αποδήμησαν εις Κύριον, ή όπου αλλού γουστάρουν να πάνε τα ανθρώπινα πνεύματα όταν ελευθερωθούν. Τουλάχιστον αυτοί ήταν ελεύθεροι. Αλλά με τι τίμημα. Κάθισα σ' ένα πεζούλι κι έστριψα τσιγάρο.
Μετά τις πρώτες τζούρες σα να κάλμαρα. Αλλά, μες τον καπνό άρχισαν να οπτικοποιούνται οι προβληματισμοί μου. Σιγά σιγά αναδύονταν μέσα απ' αυτόν, μικροί στην αρχή, αλλά όσο περνούσε η ώρα ξεδιπλώνονταν. Με κάλυπταν. Δε μπορούσα ν' αναπνεύσω.
Δεν είμαι πια μαθητής. Δεν είμαι πια ο πρωτοετής φοιτητής που όταν έφυγε απ' το σπίτι του έγινε ανεξάρτητος- με τη βοήθεια των γονιών βεβαίως, βεβαίως. Αυτόματα με διορθώνω: "ένιωσε ανεξάρτητος". Έφτασα σ' ένα κομβικό σημείο πια. Ο αρχηγός στο κουκλοθέατρο. Πρέπει να κινήσω τα νήματα. Τα νήματά μου. Μας πέσανε πολλές οι ευθύνες, φίλε, κι είναι καλοκαίρι ακόμη. Κι ο Αύγουστος είναι ο μήνας με τις μεγάλες μνήμες*. Η πίεση που μου ασκείται είναι όλη δική μου. Δημιούργημά μου. Και τα όρια μου είναι δικό μου κατασκεύασμα πια. Θα τα πάω ψηλά. Πέρα από εκεί που μπορώ. Να χωράει και όνειρα. Να είσαι σίγουρος.
Πετάω το τσιγάρο. Δε με βοηθάει να σκέφτομαι ξεκάθαρα. Κουνάω απότομα το χέρι να ξεδιαλύνω και την τελευταία υποψία καπνού. Ήδη νιώθω καλύτερα. Ξέρω και δεν ξέρω. Ξέρω πως θα προσπαθήσω. Όσο και όπως μπορώ. Αλλά κάτι αγνοώ...
Αυτόματα που έρχεται στο μυαλό ο στίχος του Ελύτη: Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ, μα ωστόσο λάμπει . . .**
Σιγοψιθυρίζω πολλές φορές το στίχο στο δρόμο για το σπίτι...
* στίχος του Γιώργου Ανδρέου απ' το τραγούδι Άγιος ο Έρωτας ** στίχος απ' το ποίημα "Ακίνδυνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου" του Οδυσσέα Ελύτη και την ποιητική συλλογή τα Ελεγεία της Οξώπετρας (1991)
Γράφω ένα γράμμα χωρισμένο στα τρία. Να δω ποιο "εγώ" σου βαραίνει περισσότερο.
Κλείνω τα μάτια σφιχτά. Εμφανίζεσαι εσύ, ξαφνικά. Όπως την πρώτη φορά.
Ντυμένος επιφανειακή σοβαρότητα. Μέσα σιγοβράζουν γιορτές, έτοιμες να αποκαλυφθούν ανά πάσα στιγμή.
Μ' ένα χτύπημα των δακτύλων σου γίνεσαι μουσικός του δρόμου. Οργώνεις την Ευρώπη με το βαν σου, ο δρόμος είναι το σπίτι σου. Καμιά φορά χωράω κι εγώ στα ταξίδια σου.
Είσαι ό,τι θελήσεις. Κρεμάς τα πόδια σου απ' τις γέφυρες. Ρεμβάζεις και πίνεις μπύρες στις όχθες του Σηκουάνα. Οι νότες ρέουν αβίαστα μέσα απ' τα δάκτυλά σου.
Φέρνεις βόλτα την Ευρώπη με εγχορδη παρέα. Ερωτεύεσαι διαρκώς. Τον ήλιο που σου ζεσταίνει το κορμί, το ζεστό καφέ τα πρωινά, τον ήχο του τρένου που επιταχύνει στις ράγες, τη γεύση κάθε πρώτου φιλιού, τον αέρα που σε φυσάει όταν αντικρύζεις για πρώτη φορά τον Ατλαντικό.
Δε σε βαραίνουν πολλές σκέψεις. Οι μουσικές σου, οι στίχοι σου. Η απόλυτη ελευθερία σου. Μερικά αγαπημένα πρόσωπα. Καμιά φορά χωράω κι εγώ σ' αυτά.